1Η ΓΕΝΙΑ (ΓΕΝΑΡΧΗΣ)
ΣΠΥΡΟΣ ΚΟΤΣΑΣ (ΚΟΥΤΣΟΣΠΥΡΟΣ)
Ο Σπύρος
Κοτσάς, ο πρώτος της οικογένειας, ο γενάρχης κατά κάποια έννοια, ήταν
κουτσός και πάντα αναφερόταν από τους συγχωριανούς του με το παρατσούκλι «ο
Κουτσοσπύρος». Έμεινε έτσι το επώνυμο
Κουτσοσπύρος στα παιδιά και στους απογόνους του. Όταν ήταν πιο νέος, βάδιζε
χωρίς μπαστούνι. Το έτος γέννησής του υπολογίζεται στα 1790, είχε δε μια αδελφή
παντρεμένη στη Βρώστιανη Ναυπακτίας (σημερινό Ρηγάνι). Δεν είναι ακριβής ο
τόπος καταγωγής του ενώ είναι γνωστό ότι υπερασπιζόταν τα τείχη του
Μεσολογγίου, ως μέλος της φρουράς, κατά τη δεύτερη πολιορκία από τους Κιουταχή
και Ιμπραήμ (1826).
Σύμφωνα με
ιστορικά στοιχεία, τη φρουρά της πόλης την αποτελούσαν διάφορα σώματα. Ήταν οι
παλιοί Αρματωλοί (ονομαζόμενοι Ρουμελιώτες), οι Σουλιώτες, οι Ηπειρώτες και οι
αυτόχθονες Μεσολογγίτες που διοικούταν από τον στρατηγό Αθανάσιο Ραζή-Κότσικα[1]. Οι
τελευταίοι ήταν κυρίως Μεσολογγίτες και κάτοικοι της νότιας επαρχίας
Μεσολογγίου, δηλαδή όσοι κατοικούσαν στην ευρύτερη περιοχή της πόλης έως τα
χωριά του Ζυγού και έως τον Εύηνο και τη Βαράσοβα: Μποχωρίτες, Γαλατιανοί,
Κερασοβίτες, Αιτωλικιώτες, Κατοχιανοί, Νιοχωρίτες, Γουργιώτες, κάτοικοι χωριών
γύρω από τον Αράκυνθο, ελάχιστοι Γαβαλιώτες, άνθρωποι δηλαδή που δεν ήταν
πολεμιστές, αλλά αγρότες, κτηνοτρόφοι, αλιείς, ναυτικοί, έμποροι που η πίστη
και η αγάπη στην πατρίδα τους έκαναν να πάρουν τα όπλα[2].
Η έξοδος
αποφασίστηκε για την 10η Απριλίου 1826, ξημερώματα Κυριακής των
Βαΐων. Ο Σπύρος Κοτσάς και οι συναγωνιστές του, βάση του σχεδίου, έπρεπε να
φτάσουν καταρχάς στο μοναστήρι του Αη Συμιού κι έπειτα να κατευθυνθούν στη Δερβέκιστα
(Ανάληψη) που ήταν το στρατηγείο του Γεωργίου Καραϊσκάκη. Έπρεπε να διασχίσουν
ένα συγκεκριμένο δύσβατο μονοπάτι, έναν μουλαρόδρομο ή μουλαρόστρατα, όπως την
αποκαλούσαν, που ήταν ουσιαστικά ο κύριος δρόμος που ένωνε το Μεσολόγγι με τα
ορεινά χωριά της Τριχωνίδας και της Ναυπακτίας. Όπως φαίνεται από τις ιστορικές
μαρτυρίες[3] συνάντησαν
πολλές δυσκολίες με πολλές συμπλοκές. Γύρω στα 500 παλικάρια χάθηκαν ενώ πάρα
πολλά τραυματίστηκαν[4]. Οι πιο
δυναμωμένοι βάσταξαν και φτάσανε στη Ντερβέκιστα[5].
Ο Σπύρος,
λόγω ενός τραύματος στην κνήμη, που το πιθανότερο είναι να το απέκτησε στις
τελευταίες μάχες στον Ζυγό μιας και μέχρι τότε ακολουθούσε κανονικά τους
άλλους, δεν μπόρεσε να συνεχίσει κι έτσι παρέμεινε στην Μπερμπάτη, συνοικισμό
της Μακρυνούς. Η συγκεκριμένη πορεία φαίνεται να ενισχύει και να επιβεβαιώνει
την επικρατέστερη πορεία των εξοδιτών το βράδυ της 10ης Απριλίου,
καθώς ακόμη και σήμερα οι απόψεις διίστανται[6].
Χάρτης
1: η πορεία των εξοδιτών από το μοναστήρι του Αγίου Συμεώνος έως την Ανάληψη
Εκεί
έμεινε και φιλοξενήθηκε από τον Μαλιάκα ή Μπαλάσκα. Το όνομα Μπαλάσκας πήραν οι
Μαλιακαίοι από κάποιο πρόγονό τους που όταν γύρισε από τον στρατό έφερε μια
μπαλάσκα απ΄ αυτές που έβαζαν μέσα τα φυσίγγια τους οι στρατιώτες. Την μπαλάσκα
αυτή τη φορούσαν για σελάχι. Προσλήφθηκε για τσοπάνης από τον Μαλιάκα και
αργότερα, όταν παντρεύτηκε την κόρη του Μαρία, εγκαταστάθηκε μόνιμα εκεί και
δεν ακολουθούσε τον πεθερό του, ο οποίος το καλοκαίρι ανέβαινε με τα γιδοπρόβατά
του στο ορεινό χωριό της καταγωγής του.
Επειδή το
κλίμα της Κάτω Μπερμπάτης ήταν ανθυγιεινό από τη μάστιγα της εποχής εκείνης,
την ελονοσία, το μήνα Μάη ή αρχές Ιούνη πήγαινε στη Μακρυνού[7]. Στο
δυτικό μέρος του χωριού, όπου σήμερα είναι τα Κουτσοσπυρέικα, έφτιαξε μια
αχυροκαλύβα, στην οποία στέγαζε την οικογένειά του το καλοκαίρι. Το φθινόπωρο
κατέβαινε στην Κάτω Μπερμπάτη, όπου ξεχείμαζε. Με τη Μαρία απέκτησαν 5 παιδιά: τον
Θανάση, τον Κώστα, τον Γιώργο, την Αγγελική και τον Δημήτριο.
Χάρτης 2: η πορεία των εξοδιτών του Μεσολογγίου (2 εκδοχές), όπως δημοσιεύτηκε από την εφημερίδα Μαχητής Αγρινίου (φύλλο Τετάρτης 20 Νοεμβρίου 2024, σελίδα 6)
[1] Κασομούλης
Νικόλαος, Ενθυμήματα Στρατιωτικά, τ. δεύτερος, χορηγία Παγκείας Επιτροπής,
Αθήνα 1941, σελ. 172-173
[2]
Καρκανιάς Κώστας (ομιλία), 2η συνάντηση των απογόνων των Ελεύθερων
Πολιορκημένων, Μεσολόγγι, 26 Μαρτίου 2010
[3]
Οι άνδρες
της Φρουράς, ενωμένοι σ’ ένα σώμα τώρα, γιατί «δεν εστοχάσθησαν συμφέρον να
διαιρεθώσι, καθώς ήτον το σχέδιον πρότερον», [Ανωνύμου, Περί των τελευταίων
στιγμών του Μεσολογγίου και της ηρωικής αναχωρήσεως της φρουράς, Γενική
Εφημερίς της Ελλάδος, αρ.52, 2 Ιουν. 1826, σ.246] διέσπασαν τις γραμμές του
εχθρικού πεζικού και άνοιξαν δρόμο, αλλά σε λίγο βρέθηκαν αντιμέτωποι με το
ιππικό, το οποίο, επίσης, διασκόρπισαν. Ύστερα από τετράωρη μάχη έφθασαν στους
πρόποδες του βουνού, στον Άγιο Συμεών, πιστεύοντας ότι εκεί είναι
ασφαλισμένοι, Εκεί, όμως, τους περίμεναν πάνω από 3.000 Αλβανοί υπό τον
Μουστάμπεην Καφζέζην, [Αρτέμιος Μίχος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας
του Μεσολογγίου (1825-1826), σ.85] τους οποίους, όμως, μ’ έναν ελιγμό του
Δημητρίου Μακρή–που τους χτύπησε από πίσω-εξουδετέρωσαν. Ταυτόχρονα ήρθε και
δύναμη από τους έξω με επικεφαλής τους οπλαρχηγούς Ευαγγέλη Κοντογιάννη,
Γιαννούση Πανομάρα, Φαρασλή, Γ. Κόρακα, Ν. Κόπελο και άλλους, επειδή ο Καραϊσκάκης
ήταν άρρωστος. Αφού απέκρουσαν τους Αλβανούς άρχισαν να ανεβαίνουν τον Ζυγό.
Ύστερα από πορεία τριών ημερών έφθασαν στη Δερβέκιστα, χωριό του Απόκουρου,
όπου ξεκουράστηκαν δύο μέρες. Από εκεί διά μέσου του Πλατάνου, χωριού των
Κραβάρων, έφθασαν στα Σάλωνα. Από εκεί στην Ντομπρένα όπου επιβιβάστηκαν σε
πλοία και διαπεραιώθηκαν στην Περαχώρα και από εκεί διά του Ισθμού έφθασαν στις
16 Μαΐου στο Ναύπλιο [Γεώργιος
Αινιάν (άτιτλο), Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ.83 (14 Αυγ. 1826), σ.335].
[4]
«Εις αυτήν την συμπλοκήν ελογαριάζαμεν, από τας διηγήσεις του ενός και του
άλλου, οίτινες ομολογούσαν ότι (τους χαθέντας) τους είδαν έως εκεί (να
πολεμούν), ότι εχάθησαν έως 500, και αυτού εστάθη η μεγαλυτέρα θραύσις μας…»,
Κασομούλης Νικόλαος, ό.π., σελ. 284
[5]
Φωτιάδης Δημ., Μεσολόγγι, εκδ. Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1978, σελ. 527
[6]
Για τη διαδρομή που ακολούθησε το κύριο σώμα των εξοδιτών, επικρατεί η άποψη
του κ. Φ. Βορεινάκη και της κ. Σ. Αλεξανδροπούλου, την οποία ενστερνίστηκε και
ο κ. Κ. Καρακόιδας στο αξιόλογο βιβλίο του για το Οδοιπορικό των Εξοδιτών: από
τον Αη-Συμιό στα υψώματα της Χούνιστας, από εκεί κατηφορίζουν απότομα προς το
Κουδούνι, διαβαίνουν το ρέμα του Κουρκουτά, πιάνουν τις ράχες Άνερα και
Ψωρολίθι βλέποντας χαμηλά το Μποχώρι, φτάνουν στο Κουτσοχέρι (υψόμ. 200 μ.),
συνεχίζουν προς Παραδείσι (υψόμ. 70 μ.), κατεβαίνουν στην περιοχή Πλατάνια που
αναφέρει ο Κασομούλης, στις όχθες του Ευήνου, όπου και ξαποσταίνουν, μετά Κάτω Μπερμπάτι, Κουρμέκι με τα πολλά ρέματα,
Δερβέκιστα, Πλάτανος. Η δεύτερη άποψη είναι αυτή του κ. Θ. Μυλωνά, ο οποίος στο
υπό έκδοση βιβλίο του, υποστηρίζει ότι οι εξοδίτες ανέβηκαν στις κορφές του
Ζυγού, από εκεί κατηφόρισαν στην Αγία Παρασκευή όπου ξεκουράστηκαν στα
πλατάνια, συνέχισαν για Καρίτσα και μέσα από τη λεγόμενη «τουρκόστρατα»
διέσχισαν το Μακρυβούνι, Καστανόραχη, Δόβρο, Μακρυνού, Κουρμέκι, Δερβέκιστα,
Πλάτανο.
(https://www.aixmi-news.gr/synergasies/apopseis/item/26349-ποια-ήταν-η-διαδρομή-των-εξοδιτών)
[7]
Μετά την ίδρυση της Κάτω Μακρυνούς, η Μακρυνού ονομάσθηκε Άνω Μακρυνού. Τα
πρώτα σπίτια στην Κάτω Μακρυνού έγιναν μετά το 1900.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου