Σάββατο 25 Ιουλίου 2020




 



ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

                          

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Η δημιουργία ενός γενεαλογικού δέντρου δεν είναι απλά μια καταγραφή ονομάτων και σχέσεων. είναι Ιστορία. Ιστορία, μάλιστα, στην πιο στερεή μορφή της, με μια προσέγγιση «από μέσα», με μια μεταφορά του κλίματος της κάθε εποχής με τις δυσκολίες της, τις κακουχίες, τις διενέξεις αλλά και τους πιο στενούς οικογενειακούς δεσμούς. Σαν δέντρο απλώνεται αυτή η Ιστορία και ανοίγοντας τα κλαδιά της προκύπτουν συγγένειες άγνωστες ή και λησμονημένες. Κάθε σύνδεσμος που δημιουργείται (άνδρας με γυναίκα, γονέας με παιδί) περιέχει και μια μοναδική δυναμική σχέση που σίγουρα δε γίνεται να περιγραφεί με σχήματα ή με 2-3 λόγια.

Η οικογένεια Κουτσοσπύρου διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα που καθιστά τη μελέτη της πιο εύκολη και σίγουρα πιο σαφή. είναι η έλλειψη συνωνυμίας. Όλοι με αυτό το επίθετο, σε όποιο μέρος της Ελλάδας ή της υφηλίου κι αν βρίσκονται, από την Αμερική μέχρι την Αυστραλία, είναι συγγενείς μεταξύ τους, καθώς όλοι είναι απόγονοι του Σπύρου Κοτσά, που ένα τραύμα έμελε να τον φέρει στα μέρη της Μακρυνείας και να του προσδώσει ένα παρατσούκλι – όνομα που θα χαρακτήριζε τον ίδιο και τους απογόνους του. Μια οικογένεια που ξεκινά στα τέλη του 18ου αιώνα και φτάνει μέχρι τα νήπια του σήμερα, τους απογόνους της 8ης πλέον γενιάς Κουτσοσπυραίων. Πάνω από 600 ονόματα και άλλες τόσες σχέσεις έρχονται να αναδείξουν αυτή την αδιάλειπτη πορεία των 230 χρόνων και να αποδείξουν πως τίποτα δε χάνεται στο διάβα των αιώνων, όταν υπάρχει ο σεβασμός στον πρόγονο και στη γενέτειρα πατρίδα.

Η μελέτη αυτή στηρίχτηκε σε μεγάλο βαθμό στις σημειώσεις του δασκάλου Χρήστου Γ. Κουτσοσπύρου που πρώτος απ΄ όλους το 1979 κατέγραψε όλες εκείνες τις πληροφορίες που είχε συλλέξει σε βάθος χρόνου από τις διηγήσεις των γονιών του και του υπερήλικα θείου του, του παπα-Σπύρου. Ο ίδιος είχε σχεδιάσει κάποια χρόνια πριν, το 1972, το Οικογενειακόν Δένδρον, που αποτελεί την πρώτη ουσιαστικά προσπάθεια διαγράμματος, δίνοντας έμφαση στους κοντινότερους συγγενείς του. Σημαντικές πληροφορίες, επίσης, συλλέχθηκαν από το Γενεολογικόν Δένδρον που επιμελήθηκε ο Κωνσταντίνος Α. Μυλωνάς, το 1972 κι αυτό, έναν πραγματικό θησαυρό στα χέρια κάποιου που αναζητεί οικογενειακά στοιχεία.

Πέρα αυτών, να ευχαριστήσω τη θεία μου Βασιλεία Μπούτα, κόρη Χαριλάου Μιχ. Κουτσοσπύρου, για τις πληροφορίες και την αμέριστη βοήθειά της σε αρχειακό υλικό όπως και την αείμνηστη Αθηνά Δημοπούλου, κόρη κι αυτή του Χαριλάου, που αρκετά χρόνια πριν στρώσαμε κάτω ένα μεγάλο χαρτί και το γεμίσαμε με σχήματα και ονόματα, σε μια έγγραφη απεικόνιση δυναμικών οικογενειακών σχέσεων δύο περίπου αιώνων. Να ευχαριστήσω ακόμη τη μητέρα μου Μαρία, χήρα Αθανασίου Χαρ. Κουτσοσπύρου, όχι τόσο για τις πληροφορίες που μου έδωσε, που ήταν πολλές και χρήσιμες, όσο για όλα αυτά που με δίδαξε στην πορεία χρόνων και που δεν περιγράφονται εύκολα με λόγια. Τέλος, όλες και όλους εσάς, απογόνους Κουτσοσπυραίους, που ανταποκριθήκατε άμεσα στο πόνημα αυτό, το εμπλουτίσατε, το διορθώσατε, το κάνατε συλλογικό και του δώσατε μια συνεχή και αδιάλειπτη δυναμική.

Για μεγαλύτερη διάχυση της μελέτης, δημιουργήθηκε το ιστολόγιο «ΙΣΤΟΡΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΚΟΥΤΣΟΣΠΥΡΟΥ» με ηλεκτρονική διεύθυνση https://koutsospyros-family.blogspot.com/, χωρισμένο σε θεματικές ενότητες για ευκολότερη ανάγνωση και περιήγηση. Η έντυπη έκδοση αποτέλεσε μια έμπνευση και πρωτοβουλία του Κωνσταντίνου Δημ. Κουτσοσπύρου που ακούραστα βοήθησε ώστε το βιβλίο αυτό να φτάσει στα χέρια κάθε ενδιαφερόμενου.

Σίγουρα κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πως με την καταγραφή αυτή ολοκληρώνεται η ιστορική ενημέρωση του γενεαλογικού δέντρου του γένους Κουτσοσπύρου. Ξεκίνησε συστηματικά το καλοκαίρι του 2020 κι εδώ και 4 πλέον χρόνια συνεχώς μεγαλώνει καθώς ρέουν νέα στοιχεία. Ευχής έργο είναι να υπάρξει συνέχεια και τα κενά να συμπληρωθούν από τους σημερινούς κλώνους και τις μελλοντικές γενιές. Σε αυτές εναπόκειται να σκάψουν βαθιά, να ερευνήσουν συστηματικά, με περισσότερα μέσα ίσως, να αναπλάσουν την ιστορία των προγόνων τους και του γενέθλιου τόπου τους, να γνωρίσουν τις ρίζες τους και να μην αποκοπούν από αυτές. Είναι το χρέος μας, σαν αυτό που άφησε σε όλους μας ο μεγάλος Μεσολογγίτης ποιητής Κωστής Παλαμάς στο έργο του Οι πατέρες:

 

Παιδί, το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις,
όπως το βρεις κι’ όπως το δεις να μη το παρατήσεις.

 

Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα,
και πλούτισε τη χλώρη του και πλάτυνε τη γη του,
κι ακλάδευτο όπου μπλέκεται να το βεργολογήσεις,
και να του φέρεις το νερό το αγνό της βρυσομάνας.

 

 

Θεσσαλονίκη,

καλοκαίρι 2020 – χειμώνας 2025                               

Χαρ. Αθ. Κουτσοσπύρος

                              δάσκαλος

 

           

ΣΠΥΡΟΣ ΚΟΤΣΑΣ (ΚΟΥΤΣΟΣΠΥΡΟΣ), Ο ΓΕΝΑΡΧΗΣ

1Η ΓΕΝΙΑ (ΓΕΝΑΡΧΗΣ)

ΣΠΥΡΟΣ ΚΟΤΣΑΣ (ΚΟΥΤΣΟΣΠΥΡΟΣ)

Ο Σπύρος Κοτσάς, ο πρώτος της οικογένειας, ο γενάρχης κατά κάποια έννοια, ήταν κουτσός και πάντα αναφερόταν από τους συγχωριανούς του με το παρατσούκλι «ο Κουτσοσπύρος».  Έμεινε έτσι το επώνυμο Κουτσοσπύρος στα παιδιά και στους απογόνους του. Όταν ήταν πιο νέος, βάδιζε χωρίς μπαστούνι. Το έτος γέννησής του υπολογίζεται στα 1790, είχε δε μια αδελφή παντρεμένη στη Βρώστιανη Ναυπακτίας (σημερινό Ρηγάνι). Δεν είναι ακριβής ο τόπος καταγωγής του ενώ είναι γνωστό ότι υπερασπιζόταν τα τείχη του Μεσολογγίου, ως μέλος της φρουράς, κατά τη δεύτερη πολιορκία από τους Κιουταχή και  Ιμπραήμ (1826).

Σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία, τη φρουρά της πόλης την αποτελούσαν διάφορα σώματα. Ήταν οι παλιοί Αρματωλοί (ονομαζόμενοι Ρουμελιώτες), οι Σουλιώτες, οι Ηπειρώτες και οι αυτόχθονες Μεσολογγίτες που διοικούταν από τον στρατηγό Αθανάσιο Ραζή-Κότσικα[1]. Οι τελευταίοι ήταν κυρίως Μεσολογγίτες και κάτοικοι της νότιας επαρχίας Μεσολογγίου, δηλαδή όσοι κατοικούσαν στην ευρύτερη περιοχή της πόλης έως τα χωριά του Ζυγού και έως τον Εύηνο και τη Βαράσοβα: Μποχωρίτες, Γαλατιανοί, Κερασοβίτες, Αιτωλικιώτες, Κατοχιανοί, Νιοχωρίτες, Γουργιώτες, κάτοικοι χωριών γύρω από τον Αράκυνθο, ελάχιστοι Γαβαλιώτες, άνθρωποι δηλαδή που δεν ήταν πολεμιστές, αλλά αγρότες, κτηνοτρόφοι, αλιείς, ναυτικοί, έμποροι που η πίστη και η αγάπη στην πατρίδα τους έκαναν να πάρουν τα όπλα[2].

Η έξοδος αποφασίστηκε για την 10η Απριλίου 1826, ξημερώματα Κυριακής των Βαΐων. Ο Σπύρος Κοτσάς και οι συναγωνιστές του, βάση του σχεδίου, έπρεπε να φτάσουν καταρχάς στο μοναστήρι του Αη Συμιού κι έπειτα να κατευθυνθούν στη Δερβέκιστα (Ανάληψη) που ήταν το στρατηγείο του Γεωργίου Καραϊσκάκη. Έπρεπε να διασχίσουν ένα συγκεκριμένο δύσβατο μονοπάτι, έναν μουλαρόδρομο ή μουλαρόστρατα, όπως την αποκαλούσαν, που ήταν ουσιαστικά ο κύριος δρόμος που ένωνε το Μεσολόγγι με τα ορεινά χωριά της Τριχωνίδας και της Ναυπακτίας. Όπως φαίνεται από τις ιστορικές μαρτυρίες[3] συνάντησαν πολλές δυσκολίες με πολλές συμπλοκές. Γύρω στα 500 παλικάρια χάθηκαν ενώ πάρα πολλά τραυματίστηκαν[4]. Οι πιο δυναμωμένοι βάσταξαν και φτάσανε στη Ντερβέκιστα[5].  

Ο Σπύρος, λόγω ενός τραύματος στην κνήμη, που το πιθανότερο είναι να το απέκτησε στις τελευταίες μάχες στον Ζυγό μιας και μέχρι τότε ακολουθούσε κανονικά τους άλλους, δεν μπόρεσε να συνεχίσει κι έτσι παρέμεινε στην Μπερμπάτη, συνοικισμό της Μακρυνούς. Η συγκεκριμένη πορεία φαίνεται να ενισχύει και να επιβεβαιώνει την επικρατέστερη πορεία των εξοδιτών το βράδυ της 10ης Απριλίου, καθώς ακόμη και σήμερα οι απόψεις διίστανται[6].

 


Χάρτης 1: η πορεία των εξοδιτών από το μοναστήρι του Αγίου Συμεώνος έως την Ανάληψη

 

 

Εκεί έμεινε και φιλοξενήθηκε από τον Μαλιάκα ή Μπαλάσκα. Το όνομα Μπαλάσκας πήραν οι Μαλιακαίοι από κάποιο πρόγονό τους που όταν γύρισε από τον στρατό έφερε μια μπαλάσκα απ΄ αυτές που έβαζαν μέσα τα φυσίγγια τους οι στρατιώτες. Την μπαλάσκα αυτή τη φορούσαν για σελάχι. Προσλήφθηκε για τσοπάνης από τον Μαλιάκα και αργότερα, όταν παντρεύτηκε την κόρη του Μαρία, εγκαταστάθηκε μόνιμα εκεί και δεν ακολουθούσε τον πεθερό του, ο οποίος το καλοκαίρι ανέβαινε με τα γιδοπρόβατά του στο ορεινό χωριό της καταγωγής του.

Επειδή το κλίμα της Κάτω Μπερμπάτης ήταν ανθυγιεινό από τη μάστιγα της εποχής εκείνης, την ελονοσία, το μήνα Μάη ή αρχές Ιούνη πήγαινε στη Μακρυνού[7]. Στο δυτικό μέρος του χωριού, όπου σήμερα είναι τα Κουτσοσπυρέικα, έφτιαξε μια αχυροκαλύβα, στην οποία στέγαζε την οικογένειά του το καλοκαίρι. Το φθινόπωρο κατέβαινε στην Κάτω Μπερμπάτη, όπου ξεχείμαζε. Με τη Μαρία απέκτησαν 5 παιδιά: τον Θανάση, τον Κώστα, τον Γιώργο, την Αγγελική και τον Δημήτριο.


Χάρτης 2: η πορεία των εξοδιτών του Μεσολογγίου (2 εκδοχές), όπως δημοσιεύτηκε από την εφημερίδα Μαχητής Αγρινίου (φύλλο Τετάρτης 20 Νοεμβρίου 2024, σελίδα 6)



[1] Κασομούλης Νικόλαος, Ενθυμήματα Στρατιωτικά, τ. δεύτερος, χορηγία Παγκείας Επιτροπής, Αθήνα 1941, σελ. 172-173

[2] Καρκανιάς Κώστας (ομιλία), 2η συνάντηση των απογόνων των Ελεύθερων Πολιορκημένων, Μεσολόγγι, 26 Μαρτίου 2010

[3] Οι άνδρες της Φρουράς, ενωμένοι σ’ ένα σώμα τώ­ρα, γιατί «δεν εστοχάσθησαν συμφέρον να διαιρεθώσι, καθώς ήτον το σχέδιον πρότερον», [Ανωνύμου, Περί των τελευταίων στιγμών του Μεσολογγίου και της ηρωικής αναχωρήσεως της φρουράς, Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ.52, 2 Ιουν. 1826, σ.246] διέσπασαν τις γραμμές του εχθρικού πεζικού και ά­νοιξαν δρόμο, αλλά σε λίγο βρέθηκαν αντιμέτω­ποι με το ιππικό, το οποίο, επίσης, διασκόρπισαν. Ύστερα από τετράωρη μάχη έφθασαν στους πρόπο­δες του βουνού, στον Άγιο Συμεών, πιστεύοντας ότι εκεί είναι ασφαλισμένοι, Εκεί, όμως, τους περίμε­ναν πάνω από 3.000 Αλβανοί υπό τον Μουστάμπεην Καφζέζην, [Αρτέμιος Μίχος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826), σ.85] τους οποίους, όμως, μ’ έναν ελιγμό του Δημητρίου Μακρή–που τους χτύπησε από πί­σω-εξουδετέρωσαν. Ταυτόχρονα ήρθε και δύναμη από τους έξω με επικεφαλής τους οπλαρχηγούς Ευαγγέλη Κοντογιάννη, Γιαννούση Πανομάρα, Φαρασλή, Γ. Κόρακα, Ν. Κόπελο και άλλους, ε­πειδή ο Καραϊσκάκης ήταν άρρωστος. Αφού απέ­κρουσαν τους Αλβανούς άρχισαν να ανεβαίνουν τον Ζυγό. Ύστερα από πορεία τριών ημερών έφθα­σαν στη Δερβέκιστα, χωριό του Απόκουρου, όπου ξεκουράστηκαν δύο μέρες. Από εκεί διά μέσου του Πλατάνου, χωριού των Κραβάρων, έφθασαν στα Σά­λωνα. Από εκεί στην Ντομπρένα όπου επιβιβάστη­καν σε πλοία και διαπεραιώθηκαν στην Περαχώρα και από εκεί διά του Ισθμού έφθασαν στις 16 Μαΐου στο Ναύπλιο [Γεώργιος Αινιάν (άτιτλο), Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, αρ.83 (14 Αυγ. 1826), σ.335].

[4] «Εις αυτήν την συμπλοκήν ελογαριάζαμεν, από τας διηγήσεις του ενός και του άλλου, οίτινες ομολογούσαν ότι (τους χαθέντας) τους είδαν έως εκεί (να πολεμούν), ότι εχάθησαν έως 500, και αυτού εστάθη η μεγαλυτέρα θραύσις μας…», Κασομούλης Νικόλαος, ό.π., σελ. 284

[5] Φωτιάδης Δημ., Μεσολόγγι, εκδ. Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1978, σελ. 527

[6] Για τη διαδρομή που ακολούθησε το κύριο σώμα των εξοδιτών, επικρατεί η άποψη του κ. Φ. Βορεινάκη και της κ. Σ. Αλεξανδροπούλου, την οποία ενστερνίστηκε και ο κ. Κ. Καρακόιδας στο αξιόλογο βιβλίο του για το Οδοιπορικό των Εξοδιτών: από τον Αη-Συμιό στα υψώματα της Χούνιστας, από εκεί κατηφορίζουν απότομα προς το Κουδούνι, διαβαίνουν το ρέμα του Κουρκουτά, πιάνουν τις ράχες Άνερα και Ψωρολίθι βλέποντας χαμηλά το Μποχώρι, φτάνουν στο Κουτσοχέρι (υψόμ. 200 μ.), συνεχίζουν προς Παραδείσι (υψόμ. 70 μ.), κατεβαίνουν στην περιοχή Πλατάνια που αναφέρει ο Κασομούλης, στις όχθες του Ευήνου, όπου και ξαποσταίνουν, μετά  Κάτω Μπερμπάτι, Κουρμέκι με τα πολλά ρέματα, Δερβέκιστα, Πλάτανος. Η δεύτερη άποψη είναι αυτή του κ. Θ. Μυλωνά, ο οποίος στο υπό έκδοση βιβλίο του, υποστηρίζει ότι οι εξοδίτες ανέβηκαν στις κορφές του Ζυγού, από εκεί κατηφόρισαν στην Αγία Παρασκευή όπου ξεκουράστηκαν στα πλατάνια, συνέχισαν για Καρίτσα και μέσα από τη λεγόμενη «τουρκόστρατα» διέσχισαν το Μακρυβούνι, Καστανόραχη, Δόβρο, Μακρυνού, Κουρμέκι, Δερβέκιστα, Πλάτανο. (https://www.aixmi-news.gr/synergasies/apopseis/item/26349-ποια-ήταν-η-διαδρομή-των-εξοδιτών)

[7] Μετά την ίδρυση της Κάτω Μακρυνούς, η Μακρυνού ονομάσθηκε Άνω Μακρυνού. Τα πρώτα σπίτια στην Κάτω Μακρυνού έγιναν μετά το 1900.


ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΕΓΓΟΝΙΑ ΣΠΥΡΟΥ ΚΟΤΣΑ-ΚΟΥΤΣΟΣΠΥΡΟΥ (2η και 3η ΓΕΝΙΑ)

2Η ΓΕΝΙΑ – 3Η ΓΕΝΙΑ

(ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΕΓΓΟΝΙΑ ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΚΟΤΣΑ – ΚΟΥΤΣΟΣΠΥΡΟΥ)                            



*ο Δημήτριος πέθανε σε πολύ μικρή ηλικία και δεν άφησε απογόνους

 

Α. Ο Αθανάσιος απέκτησε 7 παιδιά:

1.                   Μιχαήλ (Μίχος) Κουτσοσπύρος, σύζυγος Κατερίνα

2.                   Σπύρος Κουτσοσπύρος (παπα-Σπύρος), ιερέας, σύζυγος Καλλιρρόη

3.                   Ελένη, σύζυγος Χρήστου Μαστροκώστα

4.                   Χρήστος Κουτσοσπύρος, σύζυγος Φώτω το γένος Σιαλαμούρα

5.                   Τασιούλα, σύζυγος Δημητρίου Οικονόμου

6.                   Γιώργος Κουτσοσπύρος

7.                   Βαγγέλης Κουτσοσπύρος

 

Β. Ο Κωνσταντίνος απέκτησε 7 παιδιά:

1.                   Αριστείδης Κουτσοσπύρος, ιερέας, σύζυγος Σπυριδούλα το γένος Κουχιά

2.                   Σπύρος Κουτσοσπύρος, σύζυγος Σπυριδούλα το γένος Μπαλάσκα

3.                   Μαυρέτα, σύζυγος Κωνσταντίνου Καζανά

4.                   Γιωργούλα, σύζυγος Ιωάννου Τσόγκα

5.                   Θεοδώρα, σύζυγος Χρήστου Σύρου

6.                   Ανδρέας Κουτσοσπύρος, σύζυγος Λάμπρω το γένος Ρουσιά

7.                   Απόστολος Κουτσοσπύρος, σύζυγος Παρασκευή Δημητρακάκη

 

Γ. Ο Γεώργιος απέκτησε 5 παιδιά:

1.                   Λεωνίδας Κουτσοσπύρος, σύζυγος Κυριακούλα

2.                   Ιωάννης Κουτσοσπύρος, σύζυγος Μαργαρίτα το γένος Καλαβρουζιώτη

3.                   Ελένη, σύζυγος Λ. Τσιτσέλη, Γαβαλού

4.                   Βασιλική, σύζυγος Γεωργίου Πολύζου

5.                   Μαρία, σύζυγος Γεωργίου Πολίτη - Ματζάνα

 

Δ. Η Αγγελική παντρεύτηκε τον Νικόλαο Καζανά και απέκτησαν 6 παιδιά:

1.                   Ειρήνη, παντρεύτηκε στα Σιταράλωνα

2.                   Χρήστος Ν. Καζανάς, σύζυγος Αγαθή το γένος Τσιλιγιάννη

3.                   Γιαννακός Ν. Καζανάς, σύζυγος Ελένη

4.                   Γεώργιος Ν. Καζανάς, σύζυγος Βασιλική το γένος Κατσαγάνη

5.                   Αλκιβιάδης Ν. Καζανάς, σύζυγος Χαρίκλεια

Τηλέμαχος Ν. Καζανάς, σύζυγος