Σάββατο 25 Ιουλίου 2020

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ) ΕΠΩΝΥΜΩΝ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ) ΕΠΩΝΥΜΩΝ

Η συλλογή και κατάταξη των επωνύμων σε κατηγορίες, ομάδες και τάξεις με βάση τη σημασία τους συναντά σημαντικές δυσκολίες κυρίως λόγω της ποικιλίας των εννοιών που εκπροσωπούν. Μπορούμε να διακρίνουμε τα επώνυμα σύμφωνα με τη σημασία τους σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες που δηλώνουν αντίστοιχα βαφτιστικό όνομα, καταγωγή, επάγγελμα, παρατσούκλια (ή παρωνύμια ή προσωνύμια) και τα σύνθετα. Η κάθε κατηγορία περιλαμβάνει τις ομάδες και τις τάξεις της.

Έτσι έχουμε την παρακάτω διάταξη:

1.       Επώνυμα που χρησιμοποιούν για ρίζα τους βαφτιστικά ονόματα (ή αλλιώς πατρωνυμικά). Είναι το προχειρότερο είδος για να χαρακτηριστεί ένα άτομο και είναι, μαζί με τα παρατσούκλια, το συχνότερο είδος των οικογενειακών ονομάτων. Μπορούμε να τα συναντήσουμε σε ονομαστική πτώση (π.χ. Αγγελής), σε γενική (π.χ. Ανδρέου) αλλά και με πολλές καταλήξεις και υποκοριστικά (π.χ. Γιαννέλος κ.ά.). Στην κατηγορία αυτή ανήκουν και τα λεγόμενα μητρωνυμικά, αυτά που προέρχονται από το βαφτιστικό της μητέρας (π.χ. Πάτρας,  Μαριούλας κ.ά.).

2.       Επώνυμα που δηλώνουν καταγωγή (ή αλλιώς εθνικά). Τα οικογενειακά αυτά ονόματα φανερώνουν τον τόπο που γεννήθηκε ή έζησε αυτός που έχει το όνομα. Κυρίως αναφέρονται σε πόλεις, χωριά ή σε ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές (επαρχίες, χώρες). Και εδώ οι καταλήξεις που συνηθίζονται είναι πάρα πολλές.

3.       Επώνυμα που δηλώνουν επάγγελμα (ή αλλιώς επαγγελματικά). Η ποικιλία των επωνύμων αυτών παρουσιάζεται αρκετά μεγάλη, αφού μεγάλο είναι και το πλήθος των επαγγελμάτων.

4.       Παρατσούκλια (ή παρωνύμια ή προσωνύμια). Τα οικογενειακά ονόματα που προέρχονται από παρατσούκλια εκφράζουν, όπως και εκείνα, ορισμένες ιδιότητες ή χαρακτηριστικά του παρανομασμένου. Τα παρατσούκλια ταξινομούνται σε πολλές ομάδες ανάλογα σε τι αναφέρεται ο χαρακτηρισμός.

5.       Τα σύνθετα επώνυμα που αποτελούνται από δύο συνθετικά. Το πρώτο είναι μια ιδιότητα, ένα επάγγελμα ή ένα βαφτιστικό όνομα και το δεύτερο συνθετικό είναι ένα όνομα (π.χ. Κουτσοσπύρος, Μαστρογιάννης, Τσιλιγιάννης κ.α.).

 

Η ετυμολογία των οικογενειακών επωνύμων παρουσιάζει αυξημένο ενδιαφέρον, επειδή ο καθένας έχει την περιέργεια να μάθει την προέλευση των λέξεων που κατονομάζουν προσωπικά τον ίδιον ή άλλα πρόσωπα γνωστά του ή άγνωστα, κυρίως όταν πρόκειται για επώνυμα που ξενίζουν. Η ετυμολογία των επωνύμων πολλές φορές είναι πολύ δύσκολη και μερικές φορές αποτρεπτική. Παράγοντες που δυσκολεύουν το έργο είναι η δυνατότητα διπλής ετυμολογίας και η παραμόρφωση του αρχικού τύπου καθώς πολλοί γραμματείς δημοτολογίων, παρελθόντων κυρίως χρόνων, δε διέθεταν την ανάλογη κατάρτιση και υπέκυπταν αρκετές φορές σε σφάλματα γραφής. Επίσης, σε κάποια ονόματα παρατηρείται εκούσια αλλαγή ή αφαίρεση φθόγγων προκειμένου να ακούγονται αυτά πιο εύηχα ή για αποφυγή παρερμηνεύσεων και παρεξηγήσεων. 

Παρακάτω γίνεται μια προσπάθεια να ερμηνευτούν όλα τα επώνυμα που αναφέρονται στη μελέτη που κάνουμε. Ακολουθεί βιβλιογραφική αναφορά σε πηγές, όπου αυτό χρειάζεται.

 


Αγγελακόπουλος, πατρωνυμικό. Η κατάληξη –πουλος δηλώνει τον γιο ή τον απόγονο του Αγγελάκου, υποκοριστικό του βαφτιστικού ονόματος Άγγελος.

Αγγελής, πατρωνυμικό σε πτώση ονομαστική, υποκοριστικό του βαφτιστικού ονόματος Άγγελος, από το ουσιαστικό άγγελος (αγγελιαφόρος, απεσταλμένος), προερχόμενο από το αρχαίο ρήμα αγγέλω (μεταφέρω κάποιο μήνυμα, μια είδηση). Λέξη που απαντάται από τα έργα του Ομήρου. Αρχικά σήμαινε αυτόν που φέρνει ειδήσεις, τον αγγελιοφόρο και από τη χριστιανική εποχή το άυλο ον που μεταφέρει το θέλημα του Θεού στους ανθρώπους[1].

Αλεξανδρής, πατρωνυμικό, υποκοριστικό του βαφτιστικού ονόματος Αλέξανδρος [σύνθετο από το αρχαίο ρήμα αλέξω (αποκρούω, προστατεύω) + το ουσιαστικό ανήρ, γεν. του ανδρός].

Ανδρέου, πατρωνυμικό σε πτώση γενική, του βαφτιστικού ονόματος Ανδρέας, από το αρχ. ουσιαστικό ανήρ, γεν. ανδρός. ο  ανδρείος, πραγματικός άνδρας, γενναίος πολεμιστής[2].

Βακάλογλου, από την τουρκική λέξη bakal = ο παντοπώλης (μπακάλης) και την επίσης τούρκικη κατάληξη oglu που δηλώνει τον απόγονο.

Βασιλείου, πατρωνυμικό σε γενική πτώση του βαφτιστικού ονόματος Βασίλειος, από το αρχαίο επίθετο βασίλειος < βασιλεύς. αυτός που ανήκει στον βασιλιά, ο βασιλικός[3].

Βασκαντήρας, από το ρ. βασκαίνω + -τήρα, συναντάται και ως αβασκαντήρα, το φυλαχτό ή άλλη κατασκευή που θεωρείται ότι προφυλάσσει από τη βασκανία[4].

Βγούρδος, αβέβαιης ετυμολογίας. Συνηθίζεται σε ίδια επώνυμα να υπάρχει αλλαγή συμφώνου, κάτι που ίσως συμβαίνει και στη συγκεκριμένη περίπτωση με την τοποθέτηση του Β αντί του αρχικού Σ. Στο κεφαλλονίτικο γλωσσικό ιδίωμα  σγούρδος σημαίνει χοντρός σβέρκος (βλ. και το επώνυμο Σγούρδας).

Βερναρδάκης, από το βαφτιστικό Βερνάρδος (από το βαφτιστικό των Φράγκων Bernard και αυτό από το  Bern-hard =δυνατή αρκούδα κατά τη συνήθεια των Φράγκων και των Γερμανών στον πρώιμο Μεσαίωνα να επιλέγουν ονόματα με δύο συνθετικά)[5] και την κατάληξη –άκης που δηλώνει τον απόγονο. Το επώνυμο είναι κρητικό και αιτιολογείται η λατινική του ρίζα, καθώς μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Βενετούς το 1211, κατέφυγαν λόγω εποικισμού στο νησί πολλές αριστοκρατικές οικογένειες  από τη Βενετία για να το διοικήσουν.

Βούλγαρης, ανήκει στα λεγόμενα εθνικά επώνυμα και προέρχεται από κάποιον που κατάγεται ή έχει σχέση με τη γειτονική χώρα Βουλγαρία. Ορισμένα από τα εθνικά που προσδιορίζουν ξένους λαούς που ήρθαν σε επαφή με τους Έλληνες μπορεί να ήταν αρχικά παρατσούκλια, έτσι Βούλγαρος ή Βούλγαρης στο μεσαίωνα και κατά τα βυζαντινά χρόνια λεγόταν ο βυρσοδέψης, ο επεξεργαστής ή πωλητής δέρματος, που δήλωσε και το έθνος των Βουλγάρων ως παραγωγών και εξαγωγέων δέρματος[6].

Γαλατσίδας, παρωνύμιο (παρατσούκλι), από το δημώδες γαλατσίδα, γενική ονομασία διάφορων χόρτων με γαλακτώδη χυμό, μσν. γαλατσίδα < γαλατσίς, αιτ. -ίδα < γαλακτίς.

Γασπαράκης, από το λατινικό (βενετσιάνικο) βαφτιστικό όνομα Gaspari και την χαρακτηριστική κρητική κατάληξη –άκης που δηλώνει τον απόγονο (δες την επίδραση των λατινικών ονομάτων σε κρητικά επώνυμα και στο Βερναρδάκης).

Γεδεών, εξελληνισμένος τύπος του εβραϊκού ονόματος Gidon = πελεκητής, ξυλοκόπος. Έχει τις ρίζες τους στο ρήμα gada = πελεκώ, κόβω[7]. Ο Άγιος και Δίκαιος Γιδεών ήταν ένας από τους Κριτές του Ισραήλ και η Ορθόδοξη Εκκλησία τον τιμά στις 26 Σεπτεμβρίου. Τιμάται, επίσης, με το ίδιο όνομα και ο Άγιος Γιδεών ο Καρακαλλινός, ο νέος εν Τυρνάβω, στις 30 Δεκεμβρίου.

Γεωργακόπουλος, πατρωνυμικό, από το υποκοριστικό βαφτιστικό όνομα Γεωργάκης (ο μικρός Γιώργος) και την κατάληξη –πουλος που δηλώνει τον απόγονο. Η συγκεκριμένη κατάληξη, αν και απαντάται και σε ποντιακά επώνυμο, εδώ αναφέρεται σε κάποιον με καθαρά πελοποννησιακή καταγωγή.

Γεωργόπουλος, πατρωνυμικό. Η κατάληξη –πουλος δηλώνει τον γιο ή τον απόγονο του Γεωργίου (από το βαφτιστικό όνομα Γεώργιος).

Γιαννακάκης, πατρωνυμικό, από το βαφτιστικό όνομα Γιαννακός ή Γιαννακάς, υποκοριστικό ή μεγεθυντικό του ονόματος Γιάννης < Ιωάννης και την κατάληξη –άκης που δηλώνει τον απόγονο.  

Γιανετόπουλος, πατρωνυμικό, από το Γιαννέτος (υποκοριστική μορφή του Γιάννης < Ιωάννης με πιθανή επτανησιακή προέλευση) και την κατάληξη –πουλος που δηλώνει τον απόγονο. Η γραφή με ένα «ν» δεν επηρεάζει την ετυμολόγηση καθώς συνηθίζονται ανορθογραφίες και παραπλήσιοι τύποι σε επώνυμα.

Γιαννέλος, πατρωνυμικό, υποκοριστικό του βαφτιστικού ονόματος Γιάννης < Ιωάννης.  

Γκίκας, δεν υπάρχει συμφωνία για την προέλευσή του. Το πιθανότερο είναι να αποτελεί παραφθορά στην Ήπειρο του βαφτιστικού ονόματος Άγγελος < Αγγελικώ < Γγελκώ < Γκίκας. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι στην Ήπειρο η Αγγελική έχει χαϊδευτικό το Γκίκω. Κατά μία άλλη εκδοχή είναι από τη βλάχικη λέξη giza  που σημαίνει τον άνθρωπο της στάνης, της στρούγκας. Άλλοι μελετητές το αποδίδουν ως αρβανίτικη μορφή του ονόματος Γκίνης (Γιάννης), Γιώργος και Νικήτας (στα παλιά αρβανίτικα χωριά του Κρανιδίου, ο Γκίκας γιόρταζε του Αγίου Νικήτα)[8]. 

Γρίβας, παρωνύμιο (παρατσούκλι) που προέρχεται από την ιταλική λέξη grigio που σημαίνει χρώμα υπόλευκο και φαιό, το γκρίζο. Αποδίδεται σε ανθρώπους με γκρίζα μαλλιά ή με γκρίζο χρώμα προσώπου, ενώ γρίβας είναι και το γκρίζο άλογο (αλβανικά grive). Οι Γριβαίοι της Αιτωλοακαρνανίας αποτελούν παρακλάδι της πολυμελούς αρβανίτικης οικογένειας (φάρας) Μπούα που πέρασε στην Κέρκυρα τον 14ο αιώνα και εξελληνίστηκε. Γρήγορα διακλαδίστηκαν σε Σπάτας, Κούκης και Γρίβας από το όνομα του νέου γενάρχη τους. Οι Γριβαίοι πέρασαν στην Ήπειρο, κάποιοι έμειναν στο Σούλι και ο κύριος όγκος εγκαταστάθηκε στην Ακαρνανία, όπου σε όλο τον 17ο αιώνα έκαναν έναν σκληρό αγώνα επικράτησης εναντίον των Κατσικογιανναίων, μεγάλης αρματολικής οικογένειας. Η οικογένεια των Γριβαίων προσέφερε πολλά στην Επανάσταση του 1821[9].

Δασκαλής, προφανώς επαγγελματικό, παραφθορά του ουσιαστικού δάσκαλος < διδάσκαλος < διδάσκω.

Δεληασλανίδης, σύνθετο επώνυμο, από την τουρκική λέξη deli που δηλώνει τον τρελό, τον ανόητο, αλλά και τον παλικαρά, τον βίαιο και ορμητικό, την επίσης τουρκική λέξη aslan arslan) που είναι το λιοντάρι και την ποντιακή κατάληξη –ίδης που δίνεται σε κάποιον απόγονο[10]. Προφανώς μιλάμε για κάποιον που τα χαρακτηριστικά του ή η γενναιότητά του μοιάζουν με άγριο και ορμητικό λιοντάρι.

Δημητρακάκης, πατρωνυμικό, από το υποκοριστικό βαφτιστικό όνομα Δημητράκης (ο μικρός Δημήτρης) και την κατάληξη –άκης που δηλώνει τον απόγονο.

Δημόπουλος, πατρωνυμικό, η κατάληξη –πουλος δηλώνει τον γιος ή τον απόγονο του Δήμου, χαϊδευτικό των ονομάτων Δημήτριος ή Δημοσθένης.

Διαμάντης, πατρωνυμικό, υποκοριστικό του βαφτιστικού ονόματος Αδαμάντιος < αρχαίο ελληνικό αδάμας < α- στερητικό + δαμ – θέμα του ρήματος δάμνημι-δαμάω (δαμάζω). Οι ιδιότητες των πολύτιμων λίθων (η αξία, η λαμπρότητα, η στερεότητα), πάντοτε εντυπωσίαζαν τους Έλληνες και έγιναν αιτία να πλαστούν ωραιότατα ονόματα. Τα περισσότερα σχηματίστηκαν στην Τουρκοκρατία: Ασήμω, Ζαφείρης, Κρυστάλλης, Μαλάμω, Μαργαρίτης, Χρυσάφης, Σμαράγδα, Χρύσα κ.α[11].

Διαμαντής, όπως το προηγούμενο επώνυμο με τονισμό στη λήγουσα.

Ελευθερίου, πατρωνυμικό σε πτώση γενική του βαφτιστικού ονόματος Ελευθέριος (από το επίθετο ελεύθερος).

Ζαλίκας, παρωνύμιο (παρατσούκλι) ίσως και επαγγελματικό. Υπάρχει το ρήμα ζαλικώνομαι = φορτώνομαι/σηκώνω και μεταφέρω φορτίο, καθώς και τα ουσιαστικά ζαλίκι και ζαλίκα (θηλυκό) = το φόρτωμα στην πλάτη που πιθανώς να είναι σλάβικης (zaluk = ο δυστυχής) ή τουρκικής προέλευσης (selek = φορτίο). Η ζαλίκα, σαν τρόπο μεταφοράς, ήταν απλούστατη. Έστρωναν κατάχαμα ένα σχοινί, σε σχήμα Π, και πάνω του τοποθετούσαν το πράγμα, που ήθελαν να κουβαλήσουν π.χ. ένα τσουβαλάκι αλεύρι, ή λίγα κλαριά. Μετά περνάγανε τις δύο άκρες του σχοινιού από τον θύλακα του Π και έριχναν στην πλάτη το φορτίο. Το φορτίο δεν γλίστραγε στη ράχη, γιατί ο μεταφορέας κράταγε γερά τις δύο άκρες του σχοινιού. Τη ζαλίκα τη χρησιμοποιούσαν κυρίως οι γυναίκες[12].

Ζαρκαλής, παρατσούκλι που προέρχεται από το επίθετο ζάρκος που είναι πολύ κοινότυπο σε Ήπειρο και Δυτική Θεσσαλία. Ζάρκος είναι ο γυμνός και κατ΄επέκταση με ταξική σημασία ο γυμνός λόγω απόλυτης ένδειας, ο φτωχός, ο φουκαράς. Στην Ήπειρο υπάρχει η έκφραση «Κάνει κρύο, μη βγαίνεις όξω έτσι ζαρκαλής». Στην Αιτωλοακαρνανία ακούγεται συχνά το ξεζάρκωτος ως συνώνυμο του γυμνός, κυρίως με υποτιμητική σημασία. Πιθανότατα προέρχεται από σλάβικη ρίζα, υπάρχει το βουλγαρικό επίθετο žarъk, -rka, -rko που σημαίνει ‘φλογερός, ζεστός’. Η φωτιά είναι žar ενώ υπάρχει και επίρρημα žarko (=θερμά). Η αρχική σημασία εξελίχτηκε σημασιολογικά ως εξής: ζεστός>καμμένος>γυμνός, δηλαδή κάτι που κάηκε και δεν έμεινε τίποτα παρά η γύμνια[13]. Ως επώνυμο συναντάται στην Ήπειρο, στη Θεσσαλία,  στη Μακεδονία (σε αρκετές οικογένειες Βλάχων), στη Στερεά Ελλάδα και στην Κορινθία. Έχουν μείνει στην Ιστορία από την εποχή του ΄21, ο καπετάν Ζαρκαλής, κλέφτης των Αγράφων, από το Παυλόπουλο Καρπενησίου και ο Κώστας Ζαρκαλής ή Στουρνάρας που έπεσε μαχόμενος στην πολιορκία του Μεσολογγίου με τον βαθμό του υποχιλίαρχου[14]. Επίσης υπάρχει και το χωριό Ζάρκο Τρικάλων που ονομάστηκε έτσι λόγω της γυμνής (ελάχιστης) βλάστησής του.

Ζέρβας, παρατσούκλι από το επίθετο ζερβός, αυτός που κάνει τις εργασίες του με το αριστερό χέρι. Δεν υπάρχει πειστική ετυμολογία, μάλλον ανάγεται στις ελληνικές κατά τον μεσαίωνα λέξεις ζαμβρός ή ζαβός. Οι Ζερβαίοι ήταν γνωστή φάρα Σουλιωτών που διακρίθηκε στην Επανάσταση του 1821. Μετέπειτα έγινε γνωστός ο Ναπολέων Ζέρβας, ιδρυτής της ένοπλης αντίστασης κατά των Ιταλών-Γερμανών-Τσάμηδων στην Ήπειρο.

Ζήκας, παραφθορά στην Ήπειρο του βαφτιστικού ονόματος Ναζήσης ή Ζήσης, που είναι ευχετικό από το να ζήση(ει) το παιδί (αγόρι) και ακολουθεί την εξής γλωσσική διαδρομή: Ναζήσης>Νάζης>Ναζήκος>Ζήκος>Ζήκας[15].

Ίβρος, αβέβαιης ετυμολογίας, ίσως πατρωνυμικό. Για πρώτη φορά το συναντάμε ως κύριο όνομα σε οθωμανική απογραφή του 1506 στον ημιορεινό οικισμό Βατσουνιά Καρδίτσας, επαρχίας Μουζακίου. Ανήκει στην οικογένεια νομάδων κτηνοτρόφων Δημάνου (εκτός του Ίβρου Δημάνου, υπάρχουν ακόμη στην οικογένεια τα ονόματα Γιώργης, Μιχάλης, Νικόλας, Δημήτρης, Αλέξης, Σταμάτης, όλα χριστιανικά)[16]. Από τότε αναγράφεται ως επώνυμο στην Ευρυτανία, στην περιοχή των Αγράφων, αρχικά στο Μάραθο (ή Μύρεση) και μετέπειτα στη Βούλπη. Σαν βαφτιστικό όνομα, υποθετικά, μπορεί να προέρχεται από το Ευριπίδης (Ιβριπίδης ως παραφθορά σε τοπικές διαλέκτους και με σύντμηση Ίβρος) ή ή από το Αβραάμ (το οποίο αναφέρεται ως Ιμπραήμ στα τούρκικα > Ίμπρος > Ίβρος). Ο συσχετισμός με το νησί της Ίμβρου θεωρείται παρακινδυνευμένος, λόγω της γεωγραφικής απόστασης που υπάρχει με την πρώτη εμφάνιση του επωνύμου. 

Καζανάς, επαγγελματικό, αυτός που επιμελείται καζάνια (κατασκευή, πώληση, χρήση, καθαρισμό ή φύλαξη), από την τουρκική λέξη kazan = καζάνι, ο λέβητας. Η οικογένεια φέρεται να έχει καταγωγή από την Ήπειρο και εγκαταστάθηκε εκέι που είναι σήμερα το χωριό Καζανέικα. Ο τονισμός στην παραλήγουσα (Καζάνας), λειτουργεί σκωπτικά, ως δηλωτικό για κάποιον που έχει μεγάλο κεφάλι.

Καλαβρουζιώτης, εθνικό, αυτός που κατάγεται από το χωριό  Καλαφρούζα ή Καλαβρούζα, που είναι χτισμένο σε μια μισοχαράδρα της Κλόκοβας (Παλιοβούνα) και σήμερα ανήκει στον Δήμο Ναυπάκτου. Αν και υπάρχουν πολλές εκδοχές για την ονομασία της, η επικρατέστερη είναι από τις λέξεις καλά + βρύω = καλή, πλούσια, άφθονη βλάστηση[17].

Καλλιακμάνης, αβέβαιης ετυμολογίας. Ίσως από την τουρκική λέξη kalkmak = απομακρύνομαι φεύγω, ενώ δεν αποκλείεται και η προέλευσή του από τον αναγραμματισμό του επιθέτου Κακλαμάνης (από την τουρκική λέξη kaklaman = ανατολίτικη βράκα).

Καλπουζάνης, παρατσούκλι που δείχνει ιδιότητα ή χαρακτήρα, από την τουρκική λέξη kalpazan = παραχαράκτης, πλαστογράφος[18].

Κανέλλος, πατρωνυμικό, από το βαφτιστικό όνομα Κανέλλος που με τη σειρά του προέρχεται από το αντίστοιχο γυναικείο Κανέλλα κι αυτό από το γνωστό αρωματικό μπαχαρικό κανέλλα <  ιταλικά canella < αρχαία ελληνικά κιννάμωμον. Τα ονόματα αυτά είναι ευχετικά, περιέχουν δηλαδή την ευχή να έχει το άρωμα της κανέλλας η ζωή όσων ονομάζονται με αυτά[19].  

Καραμπέτσος, σύνθετο επώνυμο που για το δεύτερο συνθετικό υπάρχουν δύο βασικές ερμηνείες. Η πρώτη είναι από το καρά (τουρκικά kara) = μαύρος και το όνομα Μπέτσος που είναι παραφθορά στην Ήπειρο του ονόματος Δημήτριος, ακολουθώντας τη γλωσσική διαδρομή Δημήτριος>Μήτρος>Μήτσιος>Μπήτσιος>Μπέτσος[20]. Η δεύτερη εκδοχή είναι από τις τουρκικές λέξεις kara = μαύρος + bet = όψη, ο μαυριδερός.

Καρανίκας, σύνθετο επώνυμο, από την λέξη καρά (τουρκικά kara) = μαύρος και το όνομα Νίκας που είναι υποκοριστικό στην Ήπειρο του Νικόλαος.

Καραπάνος, σύνθετο επώνυμο, από την λέξη καρά (τουρκικά kara) = μαύρος και το όνομα Πάνος που είναι υποκοριστικό του Παναγιώτης.

Καρναβάς, από τη λέξη καρναβάς που είναι κάλυμμα στο κεφάλι κατώτερων κληρικών[21].

Καρναχωρίτης, αβέβαιης ετυμολογίας. Ίσως από τις λέξεις κάρ΄να (με αφαίρεση ολόκληρης της συλλαβής βου της λέξης κάρβουνα)+χωριό. Πιθανόν να δηλώνει κάποιον που κατάγεται ή διαμένει σε περιοχή που παρασκευάζουν κάρβουνα ή κάποιον μελαμψό, όπως το χαρακτηριστικό χρώμα του κάρβουνου.

Κατσαγάνης, παρατσούκλι, με δύο πιθανές ερμηνείες. Σύμφωνα με το γλωσσικό ιδίωμα της δυτικής Πελοποννήσου κατσαγάνης είναι ο καταφερτζής[22]. Μπορεί, όμως, να είναι σύνθετη λέξη από το ρήμα κατσιάζω (κάνω κάτι να μαραθεί, μαραζώνω) και τη λέξη αγάνι (η κορυφή των σιτηρών με τον καρπό).

Κλάδης, επώνυμο προερχόμενο από τη Ζάκυνθο, πιθανόν να έχει σχέση με το κλαδί, αν και η γραφή του στα αρχεία περασμένων αιώνων στη Ζάκυνθο ως Cladi, δίνει μια μικρή πιθανότητα σύνδεσης με το επίσης ζακυνθινό επώνυμο ευγενών Κλαυδιανός (Claudiano).

Κλουτσινιώτης, εθνικό, ο καταγόμενος από τις Κλουκίνες ή Κλουτσίνες, τα Κλουκινοχώρια των Καλαβρύτων[23].

Κόκαλης, παρατσούκλι για κάποιον πολύ αδύνατο, κοκκαλιάρη. Ετυμολογικά προέρχεται από τη μεσαιωνική ελληνική λέξη κόκκαλον < αρχαία ελληνική κόκκαλος (ο) που μετατράπηκε σε ουδέτερο επειδή ήταν ουδέτερο το ὀστοῦν.

Κούγιας, δεν υπάρχει ξεκάθαρη ερμηνεία του επιθέτου. Ο Τριανταφυλίδης το αποδίδει στη σλάβικη kuja = ο πεταλωτής ή στη σέρβικη kuja = η σκύλα[24]. Στο φαρασιώτικο ιδίωμα της Καππαδοκίας κουγιάς ή κου(γι)άς (< τούρκικη güve) είναι ο σκόρος[25].

Κουγιούφας, προφανώς παρατσούκλι, από την τουρκική λέξη kuyu = πηγάδι, δηλαδή αυτός που είχε στην κατοχή του ή στην ιδιοκτησία του πηγάδι, ο πηγαδάς. Το επίθετο κατάγεται από την Αρκαδία.

Κουζέλης, παρατσούκλι που έχει σχέση με σωματικές ή ψυχικές ιδιότητες του ονομαζόμενου. Η πιθανότερη εκδοχή είναι από την τουρκική λέξη güzel = όμορφος[26], ενώ ο Τριανταφυλλίδης το αποδίδει στο επίθετο κουζουλός = ο τρελός, [27]που θεωρείται λιγότερο πιθανό μιας και απαντάται στο κρητικό ιδίωμα.

Κουιτώρος, επώνυμο προερχόμενο από την Αχαΐα (Αίγιο), αβέβαιης ετυμολογίας. Πιθανόν να προέρχεται από τις ιταλικές λέξεις qui (= εδώ) και toro (= ταύρος), ενδεικτικό του χαρακτήρα ή της δύναμης ή  qui (= εδώ) και  torre (= πύργος) που δηλώνει περιοχή.

Κουκουνής, αβέβαιης ετυμολογίας. Στον γλωσσικό ιδιωματισμό της Ηπείρου κουκούνι είναι το κάθισμα με λυγισμένα τα γόνατα, ενώ στο αντίστοιχο σαρακατσάνικο υπάρχει το ρήμα κουκουνιάζου = κάθομαι στα γόνατα, κωλοκάθομαι.

Κουνέλης, παρατσούκλι από το ουσιαστικό κουνέλι (λατινικά cunelo < αρχαία ελληνικά κόνικλος) και την κατάληξη –ης. Προφανώς δόθηκε για να εκφράσει κάποιες ανθρώπινες ιδιότητες ή ομοιότητες.

Κουρέτας, αβέβαιης ετυμολογίας. Το επίθετο απαντάται κυρίως στην Αρκαδία με προέλευση από το νησί της Ύδρας, όταν κάτοικοι μετακινήθηκαν από τον έναν τόπο στον άλλον, πριν από την επανάσταση του 1821. Μια εκδοχή να προέρχεται από τις λατινικές λέξεις curis (γεν. curitis) που σημαίνει τον αστό, τον αρχαίο κάτοικο. Στα λατινοελληνικά λεξικά αναφέρεται «curetes ή curites = κουρήται, άπαντες οι εις τη συνέλευση συνελθόντες ρωμαίοι πολίται». Στην Ελληνική Μυθολογία, Κουρήτες ήταν οι Δαίμονες άγρυπνοι φρουροί του Δία, που χόρευαν γύρω του, όταν αυτός ήταν βρέφος και τον έκρυβαν από το μίσος του Κρόνου. Κουρήτες, ήταν επίσης, αρχαιότατος λαός της δυτικής Ελλάδας, στην Αιτωλοακαρνανία που συγγένευε με τους Καλυδώνιους. Πέρα όλων αυτών, στο λεξιλόγιο υπάρχει και η λέξη κουρίτος ή κουρίτα (σλάβικη  kuryto = αυλάκι) που είναι η μακρόστενη ξύλινη ή σιδερένια κατασκευή που χρησίμευε για να βάζουν τροφή στα ζώα ή για να περνάει νερό, σχηματίζοντας μορφή βρύσης. 

Κουριδάκης, στη βιβλιογραφία αναφέρεται ως κρητικό επίθετο προερχόμενο από τις βενετικές οικογένειες που μετανάστευσαν στο νησί με την ενετική κατάκτηση στα μέσα του 17ου αιώνα και μετέπειτα κλάδος της μετακινήθηκε στη Ζάκυνθο. Προέρχεται από το ενετικό βαφτιστικό όνομα Quirino ή Quirini με ρίζα από το λατινικό quiris (γεν. quiritis) ή curis (γεν. curitis) που σημαίνει τον αστό, τον αρχαίο κάτοικο.

Κουτσάς, παρατσούκλι που δηλώνει σωματική ιδιότητα, από το επίθετο κουτσ(ός) + -α, αυτός που δυσκολεύεται στο βάδισμα, που κουτσαίνει.

Κουτσοσπύρος, σύνθετο πατρωνυμικό, παρατσούκλι, από το επίθετο κουτσός + το βαφτιστικό όνομα Σπύρος <Σπυρίδων.

Κουφογιώργος, σύνθετο πατρωνυμικό, παρατσούκλι, από το επίθετο κουφός + το βαφτιστικό όνομα Γιώργος.

Κουχιάς, αβέβαιης ετυμολογίας, ίσως παραφθορά του κουκιάς (αυτός που καλλιεργεί ή καταναλώνει κουκιά). Η αντιμετάθεση των δυο συμφώνων κ και χ είναι συχνή στην ονοματολογία (βλ. και το επίθετο Χρας, αλλά και τα Αδρακτάς-Αδραχτάς, Κορακάης-Κοραχάης).

Κράνης, παρατσούκλι, το πιθανότερο να προέρχεται από την κρανιά το φυλλοβόλο δέντρο με τους μικρούς σφαιρικούς κόκκινους ξινούς καρπούς. Η εκδοχή από το κράνος, τον αμυντικό εξοπλισμό που προστατεύει το κεφάλι, θεωρείται λιγότερο πιθανή.

Κυριαζής, πατρωνυμικό, παραφθορά του ονόματος Κυριάκος, ακολουθώντας τον εξής σχηματισμό: Κυριάκος>Κυριάκης>Κυριακής>Κυριατσής>Κυριατζής>Κυριαζής[28].

Κυριακόπουλος, πατρωνυμικό, από το βαφτιστικό κύριο όνομα Κυριάκος και την κατάληξη –πουλος που δηλώνει τον γιο ή τον απόγονο. Συνήθως το όνομα Κυριάκος δίνονταν σε όσους γεννιούνταν Κυριακή και σημαίνει αυτός που ανήκει στον Κύριο.

Κυρίτσης, τιμητικός τίτλος που δηλώνει τον κύριο, τον άρχοντα, ακόμη και αξιωματούχο του κλήρου κυριτσάδες < ουσιαστικό κύρης + κατάληξη –ίτσης. Ως επώνυμο αλλά και κύριο όνομα είναι γνωστό από τον 11ο αιώνα. Ο Τριανταφυλλίδης αναφέρει ότι «η λέξις εδίδετο εις την Κωνσταντινούπολιν ως τίτλος τιμής εις τους ευγενείς και σημαντικούς»[29]. Η βιβλιογραφία επίσης το ερμηνεύει ως «ο μικρός κύρης/άρχοντας»[30] και ως παραλλαγή του επαγγελματικού κυρετζής = ασβεστάς.

Λαγάκης, παρατσούκλι που δόθηκε πριν 200 χρόνια στον Μήτρο Μανίκα που ήταν μάστορας και είχε έρθει στη Μακρυνεία από την Αράχοβα Ναυπακτίας. Ο λόγος της συγκεκριμένης ονοματοδοσίας ήταν επειδή φορούσε ένα χαρακτηριστικό λάγιο (μαύρο) πουλόβερ. Βέβαια, σε άλλα μέρη της Ελλάδας τα επώνυμα Λαγός, Λαγάκος, Λαγάκης και άλλα με την ίδια ρίζα προέρχονται από το γνωστό ζώο (λαγός < αρχαίο ελληνικό λαγωός). Ανθρωπωνύμια από ονόματα ζώων χρησιμοποιούνται συχνά από την αρχαιότητα ως σήμερα και εκφράζουν με αυτά ανθρώπινες ιδιότητες.  Το όνομα Λαγός είναι γνωστό από το Βυζάντιο. Σύμφωνα με αυτά δόθηκε σε κάποιον  λόγω της δειλίας του, της εξωτερικής ομοιότητας του με το ζώο, του ελαφρού πατήματός του, της ικανότητάς του ως δεινού κυνηγού ή ακόμη λόγω της ταχύτητας κάποιου προγόνου και της ικανότητας να ξεφεύγει. Στη δική μας περίπτωση, στους Λαγάκηδες της Μακρυνούς, η ερμηνεία, όπως είδαμε είναι τελείως διαφορετική.

Λαμπρόπουλος, πατρωνυμικό, από το κύριο όνομα Λάμπρος και την κατάληξη –πουλος που δηλώνει τον γιο ή τον απόγονο. Το όνομα δίνονταν κυρίως σε παιδιά που γεννιούνταν τη Λαμπρή (κοινό επίθετο λαμπρή < λαμπερή, ακτινοβολούσα, γεμάτη φως).

Λάμπρου, πατρωνυμικό, από το κύριο όνομα Λάμπρος σε πτώση γενική (ο γιος ή ο απόγονος του Λάμπρου).

Λατζούνης, υπάρχουν δύο πιθανές ερμηνείες: α) εθνικό. Το επώνυμο απαντάται από πολύ παλιά, από την Επανάσταση του 1821 ακόμη, και δόθηκε σε αυτούς που κατάγονταν από το χωριό Λαντζουνάτο Μεσσηνίας[31]. Το χωριό ανήκει σήμερα στον Δήμο Τριφυλίας με έδρα την Κυπαρισσία και έχει πληθυσμό μόνο 23 κατοίκους (απογραφή 2011). Αναφέρεται ως Λαντζονάτου (Lanzonatu) από την εποχή της Ενετοκρατίας (1683) και ίσως να προέρχεται από τις ιταλικές λέξεις lazzo (= θηλιά) ή  lazzi (= χειρονομία). Στην περιοχή του Θέρμου υπάρχει σήμερα  συνοικισμός Λαντζουνέικα. β) παρωνύμιο. Το επώνυμο πιθανώς προέρχεται από τη μαρτυρούμενη λέξη λαντσούνι, η οποία μάλλον έχει την προέλευσή της στο ιταλικό lanciona (με τροπή του ιταλικού ο σε ου), μεγεθυντικό του ιταλικού lancia, που σημαίνει τη λόγχη, το κοντάρι και προέρχεται από τη λατινική λέξη lancea, που σημαίνει, επίσης, τη λόγχη[32].

Λιάρος, παρατσούκλι, από το επίθετο λιάρος (π.χ. λιάρο γίδι) = στικτός, παρδαλός, ποικιλόχρωμος που ανάγεται στο βλάχικο  leara ή στο αλβανικό larë με την ίδια σημασία.

Λουμάκος, όπως δείχνει η χαρακτηριστική κατάληξη –άκος έχει προέλευση από τη Μάνη και συγκεκριμένα από την περιοχή του Γυθείου. Το επώνυμο Λουμάκος (παλαιότερα Λουμιάνος) ανήκει στον κλάδο Σκανδάλη της μεγάλης φατρίας Νίκανδρου που ξεκίνησε από το Νικάντρι του Οιτύλου της μεσσηνιακής Μάνης και οφείλει το όνομά του στον Νίκανδρο, τον Βυζαντινό αξιωματούχο, που τον 13ο αιώνα του ανατέθηκε η περιφρούρηση της  περιοχής. Η παλαιότερη ονομασία της οικογένειας Λουμιάνος (η ιταλόμορφη κατάληξη –ιανος σημαίνει σύνολο ανθρώπων που έχουν συγγένεια εξ αίματος, δείχνοντας έτσι καταγωγή) μας παραπέμπει στο χωριό Λούμι, σημερινή Ρεματιά, του πρώην Δήμου Ιθώμης και σήμερα του καποδιστριακού Δήμου Μεσσήνης. Το Λούμι (στα αρβανίτικα Λιούμι < αρβανίτικο  Lumë – i,< λατινικό ουσιαστικό flumen=  ποτάμι, μετονομάστηκε με παρεμφερή έννοια ως Ρεματιά το 1927), ιδρύθηκε από χριστιανούς νομάδες Αρβανίτες στις αρχές του 15ου αιώνα. Οι Μανιάτες μετέτρεψαν τα επώνυμά τους γύρω στα 1800 αλλάζοντας όλες τις καταλήξεις σε –ακος (για τα επώνυμα της λακωνικής πλευράς) και σε –εας (για τα επώνυμα της μεσσηνιακής πλευράς). Έτσι το Λουμιάνος μετατράπηκε σε Λουμάκος.

Μαϊκαντής, από τη  σέρβικη λέξη  majka = μάνα και την κατάληξη –ντης. Είναι χαρακτηριστική η στιχομυθία του λοχία Κωστούλα με την ηλικιωμένη γυναίκα της οικογένειας χωρικών που τον φιλοξενεί σ΄ ένα σπίτι κοντά στο Μοναστήρι. «Ζάβαλη μάικω», δηλαδή ταλαιπωρημένη γυναίκα, αποκαλεί τη μητέρα του στρατιώτη η ηλικιωμένη, μιας και η ίδια έχει δυο γιους στο μέτωπο συγκεντρώνοντας σε δύο μόνο λέξεις όλα τα δεινά του Α΄Παγκοσμίου  Πολέμου (1914-1918)[33].

Μαϊκοντής, έχει την ίδια σημασία με το παραπάνω επώνυμο. Κάποια παράβλεψη οδήγησε στην αλλαγή ενός γράμματος.

Μακρυκώστας, σύνθετο, από το επίθετο μακρύς (εδώ με την έννοια του ψηλός) + το κύριο όνομα Κώστας < Κωνσταντίνος.

Μαλιάκας, το προηγούμενο επώνυμο της οικογένειας Μπαλάσκα. Πιθανόν να προέρχεται από την τουρκική λέξη malak = νεογνό βουβαλάκι. Σύμφωνα με μια δεύτερη άποψη, μπορεί να σχηματίζεται από το όνομα Μάλιος (Μιχάλιος < Μιχαλιός < Μιχαήλ) και την κατάληξη –άκας[34].

Μαντέλος, παρατσούκλι. Πιθανότερη ερμηνεία από το ιταλικό mantello = πανωφόρι, μανδύας. Υπάρχει και μια άλλη εκδοχή, από την τουρκική λέξη manda = ταύρος και την παραγωγική κατάληξη –ελος, που δηλώνει μεταφορικά τον μεγαλόσωμο και δυνατό άνδρα.

Ματζάνας, είναι το δεύτερο επίθετο της οικογένειας Πολίτη. Στο βορειοηπειρώτικο ιδίωμα βρίσκουμε τις λέξεις μαντζάνα = μελιτζάνα και μαντζάνας = μυταράς, προφανώς σκωπτικά λόγω του μεγέθους της μύτης του και της ομοιότητας του με το λαχανικό.

Μαστροδήμος, σύνθετο επαγγελματικό. Από το α΄ συνθετικό μάστρο (τεχνίτης) + το όνομα Δήμος (υποκοριστικό του Δημήτριος ή του Δημοσθένης). Το μάστρο ακολουθεί τη γλωσσική πορεία: βενετσιάνικο mastro < λατινική magister < μεσαιωνική ελληνική μάστορας < μαΐστορας, μαγίστορας < ελληνιστική κοινή μαγίστωρ (δάσκαλος).

Μαστροκώστας, σύνθετο επαγγελματικό. Από το α΄ συνθετικό μάστρο (τεχνίτης) και το όνομα Κώστας (υποκοριστικό του Κωνσταντίνος). Η ετυμολογίας της λέξης μάστρο- έχει όπως παραπάνω.

Μητσόπουλος, πατρωνυμικό, από το όνομα Μήτσος (υποκοριστικό του Δημήτριος) και την κατάληξη –πουλος που δηλώνει τον γιο ή τον απόγονο.

Μιντράι, επώνυμο προερχόμενο από την Αλβανία, άγνωστης ετυμολογίας.

Μπαζώνης, αβέβαιης ετυμολογίας, ίσως από το ρήμα μπαζώνω (γεμίζω με φερτά υλικά έναν λάκκο ή ένα ανοικτό χώρο).

Μπαλάσκας, παρατσούκλι, από την λέξη μπαλάσκα <τουρκική palaska, τη δερμάτινη θήκη για φυσίγγια, τον σάκο του κυνηγού.

Μπανιάς, αμφίβολης ερμηνείας. Ο Βογιατζόγλου αναφέρει ότι τα επίθετα Μπανής, Μπανιάς, Μπανέλης κλπ, προέρχονται από την τουρκική λέξη bani = ιδρυτής, θεμελιωτής[35]. Υπάρχει το ρήμα μπανίζω = (κρυφο) κοιτάζω και το παράγωγο του ουσιαστικό. Πανιάς ή Μπανιάς είναι παραφθορά του ονόματος Παναγιώτης, ενώ δεν πρέπει να αποκλείσουμε και σύνδεση με τη λέξη μπάνιο.

Μπαντής, παρατσούκλι, που σημαίνει ο αίτιος, ο επαναστάτης, αυτός που προξενεί (badi στα τούρκικα bantito στα ισπανικά). Μπαντίδιοι λέγονταν οι παλιοί παλικαράδες στα Γιάννενα που ήταν ντυμένοι ομοιόμορφα και διακρίνονταν για το ότι ήταν πολύ τολμηροί και προσπαθούσαν να δημιουργούν καυγάδες. Ο Κ. Ντίνας το αποδίδει στο βλάχικο bandi = παλιάνθρωπος < ιταλικό  bantido (= ληστής).

Μπίνης, παρωνύμιο μη βέβαιης ετυμολογίας. α) το πιθανότερο από την τουρκική λέξη bin = (ο αριθμός) χίλια, β) από την επίσης τουρκική λέξη bina = κατασκευή, οικοδομή, κτήριο  (binaci είναι ο οικοδόμος), γ) υπάρχει η αρβανίτικη ερμηνεία bini από το ρήμα bij = βλασταίνω, φυτρώνω, φύω, δ) απαντάται και στην ενετοκρατούμενη Κεφαλονιά ως Μπίνης και ως Μπένος με προφανής λατινικές ρίζες, από τη λέξη beni = αγαθός, καλοπροαίρετος που έδωσε και σχετικό βαφτιστικό όνομα.

Μπουρανάς, παρατσούκλι (παρωνύμιο) από την τούρκικη λέξη borane = μπουρανί, λαχανόρυζο. Επομένως Μπουρανάς είναι αυτός που του αρέσει το μπουρανί (λαχανόρυζο, σπανακόρυζο κ.α.). Ο Βογιατζόγλου αναφέρει την εκδοχή από την τούρκικη λέξη burhani που ήταν μια φυλή Σελτζούκων[36].

Μπούτας, παρατσούκλι με ποικιλία ερμηνειών. Το επίθετο συναντάται κυρίως στην Αρκαδία αλλά και στη Μεσσηνία ως Μπούτος. Στους δυο αυτούς νομούς υπάρχουν αρκετά τοπωνύμια που περιέχουν τα επίθετα αυτά που φαίνεται να έχουν ρίζες αρβανίτικες. Η αρβανίτικη γλώσσα έχει τη λέξη buti (πληθυντικός bute), την οποία τη χαρακτηρίζει η πολυσημία: α) βαρέλι, β) μηρός, γ) μαλακός. Επίσης στα βλάχικα bute είναι το βαρέλι και στα τούρκικα but είναι ο μηρός[37]. Ο Τριανταφυλλίδης συνδέει το επώνυμο με το βυτίο, δηλαδή το βαρέλι[38], ενώ οι  Τομπαΐδης και Βογιατζόγλου κάνουν λόγο για παραγωγή από το τούρκικο but = μηρός[39].

Μυζήθρας, παρατσούκλι η επαγγελματικό, από τη μυζήθρα, τη μορφή τυριού.

Μυλωνάς, επαγγελματικό, ο ιδιοκτήτης και χειριστής του μύλου (ανεμόμυλου ή υδρόμυλου) που άλεθε το σιτάρι και έβγαζε το αλεύρι.

Μωραΐτης, εθνικό, ο καταγόμενος από τον Μοριά, ονομασία που δόθηκε στην Πελοπόννησο λόγω του σχήματός της.

McFarlane, το πρόθεμα Mac (Mc) είναι χαρακτηριστικό των σκωτσέζικων επιθέτων και έχει τη σημασία του απογόνου (κάτι αντίστοιχο με τα δικά μας –πουλος, -ιδης, -ακης κλπ). Το επώνυμο McFarlane βρέθηκε για πρώτη φορά τον 9ο αιώνα σε μια ιστορική κομητεία του Aberdeen, της βορειοανατολικής Σκωτίας, από τον αρχαίο αρχηγό Allan, γιο του Farlane. Είναι αγγλικανική μορφή του Γαελικού Mac Pharthaláin, ενός πατρώνυμου από το προσωπικό όνομα Parthalán, το οποίο πιθανότατα προέρχεται από το λατινικό Bartholomaeus (βλ. Bartholomew)[40]. Μέλη της οικογένειας μετοίκησαν στην Αυστραλία από το 1835 και έπειτα.

Νιάκολας, αβέβαιης ετυμολογίας. Πιθανότατα να είναι πατρωνυμικό, καθώς Νιάκας (ή Νάκας) είναι υποκοριστικό του βαφτιστικού ονόματος Ιωάννης + η κατάληξη –λας που τη βρίσκουμε και σε άλλα υποκοριστικά (Γεωργαλάς, Κωστάλας, Μανωλάς, Πετραλάς).

Ντόβας, αβέβαιης ετυμολογίας, πιθανόν από την τουρκική λέξη dua = ευχή, προσευχή. Σύμφωνα με άλλους, το επίθετο Ντόβας ή Δόβας έχει τη σημασία του περιπλανώμενου, χωρίς να υπάρχει επεξήγηση. Στο λευκαδίτικο ιδίωμα υπάρχει η λέξη ντόβας = μικρόμυαλος, αλλά δε φαίνεται πιθανό Οι Ντοβαίοι ήταν μεγάλη και ένδοξη οικογένεια από τις σπουδαιότερες φατρίες του Σουλίου. Ο Πέτρος Ντόβας, καπετάνιος του Ζυγού και πρωτοπαλίκαρο του Δημήτρη Μακρή, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις πολιορκίες του Μεσολογγίου, αναδείχθηκε στρατηγός και έπεσε κατά την Έξοδο.

Οικονόμου, επαγγελματικό, σε γενική πτώση δηλώνει τον γιο ή τον απόγονου του Οικονόμου. Είναι ένα συχνότατο ελληνικό επώνυμο, γνωστό από τα βυζαντινά χρόνια, με πολλές παραλλαγές (Οικονομόπουλος, Οικονομίδης, Οικονομάκης, Οικονομέας κ.α.) και αναφέρεται στον οικονόμο, τον εκκλησιαστικό αξιωματούχο ή κληρικό που είναι υπεύθυνος για την οικονομική διαχείριση της εκκλησίας ή του μοναστηριού. Προέρχεται από τις αρχαιοελληνικές λέξεις οίκος + νέμω (κατανέμω, μοιράζω). Η λέξη οικονόμος στην αρχαιότητα ήταν ουσιαστικό και σήμαινε τον φροντιστή του σπιτιού. Σήμερα ως ουσιαστικό διατηρεί τη σημασία αυτή, χρησιμοποιείται όμως περισσότερο ως επίθετο: οικονόμος άνθρωπος = αυτός που κάνει οικονομίες, που διαχειρίζεται σωστά τα οικονομικά του. 

Παλαμαριάς, παρατσούκλι ή επαγγελματικό, από το παλαμάρι + κατάληξη –ας, ο κατασκευαστής παλαμαριών, των χοντρών καραβόσκοινων με τα οποία δένεται το σκάφος στην προκυμαία.

Παμουκτσής, επαγγελματικό, από την τουρκική λέξη pamuk = το βαμβάκι και την επαγγελματική κατάληξη –ci, αυτός που καλλιεργεί ή επεξεργάζεται το βαμβάκι.

Πανταζής, είναι και κύριο βαφτιστικό όνομα, από το "πάντα να ζή" το νεογέννητο[41].

Παπαδάκης, πατρωνυμικό με την κατάληξη –άκης που δηλώνει τον απόγονο, ο γιος του παπά. Η υψηλή συχνότητα επωνύμων που αρχίζουν από το πρόθημα παπα-, εξηγείται από τη σημαντική θέση που είχε ο παπάς στη νεοελληνική κοινωνία, ιδίως μετά την Άλωση.

Παπαδημητρίου, σύνθετο πατρωνυμικό, σε γενική πτώση δηλώνει τον γιο ή τον απόγονο του παπά Δημήτριου. Η λέξη παπάς είναι μεσαιωνική, από αρχαίο όνομα πάππας = πατήρ. Κατά τον Γ. Χατζιδάκι θα έπρεπε να γράφεται παππάς.

Παπαδόπουλος, το επώνυμο με τη μεγαλύτερη συχνότητα, ο γιος ή ο απόγονος (-πουλος) του παπά.

Παππάς, επαγγελματικό, ο ιερέας. Η λέξη παπάς είναι το αμάλγαμα (κράμα) των αρχαίων ελληνικών λέξεων πάππα (ο) = ο πατέρας (ομηρική λέξη), πάππος = παππούς, παππίας = παππούλης. Η λατινική λέξη Papa, ο Πάπας, είναι δάνειο από τους Έλληνες.

Παύλου, πατρωνυμικό σε γενική πτώση του ονόματος Παύλος, από το λατινικό paulus (μικρός). Αναφέρεται στο πρόσωπο του διώκτη του χριστιανισμού Σαούλ  ή Σαύλος (στα εβραϊκά σημαίνει αυτός που ορμητικά ποθεί) που μετονομάστηκε σε Παύλος (ο πιο μικρός από τους αποστόλους).

Πελέκης, επαγγελματικό, από τη λέξη πελέκι (τσεκούρι) < μεσαιωνικό πελέκιον < αρχαίο πέλεκυς, για κάποιον που χρησιμοποιεί το τσεκούρι για επαγγελματικούς λόγους. Πελέκι είναι επίσης το μυτερό εργαλείο ξυλογλυπτικής ή ακόμη κι εκείνο που λαξεύει τις πέτρες για να τις δώσει σχήμα, από αυτά προέρχεται και το επαγγελματικό επώνυμο Πελεκάνος. Μεταφορικά το λέμε για κάποιον με αιχμηρό λόγο, που «πελεκάει» με τα λόγια του.

Πιπεράκης, επώνυμο που προέρχεται από την Κρήτη, από τη λέξη πιπέρι ή πιπεριά + την κατάληξη –άκης που δηλώνει τον γιο ή τον απόγονο. Μπορεί να είναι επαγγελματικό ή ακόμη και παρατσούκλι.

Πισιμίσης, παρωνύμιο (παρατσούκλι) από την τουρκική λέξη pişmiş = ψημένος. Η προέλευση του επωνύμου είναι από την ορεινή Αρκαδία (Γορτυνία), αναφέρεται και σε αγωνιστές του 1821.

Πολίτης, εθνικό, ο διαμένων στην Πόλη ή καταγόμενος από την Πόλη, δηλαδή την Κωνσταντινούπολη. Η οικογένεια έχει και δεύτερο επίθετο, το  Ματζάνας, το οποίο ερμηνεύεται πιο πάνω.

Πολύζος, πατρωνυμικό, υπάρχει και ως κύριο όνομα. Αποτελεί σύντμηση του Πολυζώης, που προέρχεται από την ευχή «πολυζώητο να είναι το νεογέννητο παιδί (αγόρι)»[42].

Πυλαρινός, εθνικό, ο κάτοικος ή ο καταγόμενος από την περιοχή Πύλαρο Κεφαλονιά, στο ΒΑ τμήμα του νησιού.

Πύργας, πατρωνυμικό ή παρατσούκλι. Παλαιότερα έδιναν το βαφτιστικό όνομα Πύργος στα αγόρια και Πυργώ στα κορίτσια για να τους προσδώσουν ή για να ευχηθούν τα χαρακτηριστικά ενός πύργου, δηλαδή την οχύρωση και την ανθεκτικότητα[43].

Ρηγάκης, υποκοριστικό του βαφτιστικού ονόματος Ρήγας = βασιλιάς < λατινικό rex, γενική regis

Ρούσης, παρατσούκλι, από το νεοελληνικό ρούσος < για άνθρωπο με κοκκινωπά μαλλιά ή για ζώα με κοκκινωπό τρίχωμα < μεσαιωνικό ρούσος < ιταλικό rossa < λατινικό russ(us).

Ρουσιάς, παρατσούκλι, από το νεοελληνικό ρούσος < για άνθρωπο με κοκκινωπά μαλλιά ή για ζώα με κοκκινωπό τρίχωμα < μεσαιωνικό ρούσος < ιταλικό rossa < λατινικό russ(us).

Σαλάπας, άγνωστης ετυμολογίας, με πιθανότατα να είναι σύντμηση με αφαίρεση του Σαλαπάτας < από το ρήμα (τ)σαλαπατώ (άτσαλα + πατώ).

Σάπιος, παρατσούκλι, ο σαθρός, ο διαβρωμένος, μεταφορικά ο διεφθαρμένος. Από τη νεοελληνική λέξη σάπιος < σαπίζω < αρχαία ελληνική σήπομαι, παθητική φωνή του ρήματος σήπω.

Σαρρής, παρατσούκλι που δηλώνει εξωτερική εμφάνιση, από το τουρκικό sari = ξανθός, κίτρινος αλλά και χλωμός.

Σγούρδας, παρατσούκλι που δηλώνει χαρακτηριστικό της εμφάνισης. Στο κεφαλλονίτικο γλωσσικό ιδίωμα  σγούρδος σημαίνει χοντρός σβέρκος[44].

Σιαβελής, το επώνυμο πιθανώς να σχηματίστηκε από το πρόθημα σια- και τη λέξη βελής (τούρκικη veli) = φύλακας, προστάτης, και άνθρωπος κοντά στον Θεό. Πολύ πιθανό να προέρχεται από την παλαιοσλαβική λέξη bělъ (με απώτερη προέλευση από ένα πρωτοσλαβικό bělъ με τροπή του μπ σε β στα πλαίσια του λόγιου) που σημαίνει τον λευκό[45]. Το πρόθημα σια- προέρχεται πιθανότατα από το βλάχικο πρόθημα tsa(l) (με τροπή του τα σε σ στο πλαίσιο του λόγιου εξελληνισμού, ανάπτυξη διφθόγγου ια αντί α και τελική αποβολή του λ, λόγω λαρυγγικής προφοράς), το οποίο χρησιμοποιείται για τον σχηματισμό βλάχικων ανδρωνυμικών[46].

Σιαδήμας, το επώνυμο πιθανώς να σχηματίστηκε από το πρόθημα σια- και το βαφτιστικό όνομα Δήμας. Το πρόθημα σια- προέρχεται πιθανότατα από το βλάχικο πρόθημα tsa(l) (με τροπή του τα σε σ στο πλαίσιο του λόγιου εξελληνισμού, ανάπτυξη διφθόγγου ια αντί α και τελική αποβολή του λ, λόγω λαρυγγικής προφοράς), το οποίο χρησιμοποιείται για τον σχηματισμό βλάχικων ανδρωνυμικών. Το όνομα Δήμας είναι κοινός και συντμημένος τύπος του ελληνικού βαφτιστικού Δημήτριος[47]. Είναι επώνυμο γνωστού οπλαρχηγού του ΄21 από το Απόκουρο (Θέρμο) με καταγωγή από το Σούλι, κατά κάποιους άλλους βλάχικη. Συνεργάστηκε με τον Μάρκο Μπότσαρη και πήρε μέρος σε πολλές μάχες, όπως αυτές του Κεφαλόφρυσου, της Ναυπάκτου και σύμφωνα με τον Κασομούλη βοήθησε και τη φρουρά του Μεσολογγίου.

Σιαλάκας, παρατσούκλι, από τη λέξη σάλιακας ή σιάλιακας (σαλιγκάρι). Η ετυμολογία της λέξης είναι αβέβαιη, πιθανώς από τη μεσαιωνική ελληνική σαλίγκας < σάλιαγκας < σιαλικός, που αναφέρεται στο σάλιο.

Σιαλαμούρας, παρατσούκλι με μικρότερη πιθανότητα να είναι επαγγελματικό. Προέρχεται από τη λέξη σαλαμούρα, την αρμύρα (άρμη) που είναι ειδικά κατασκευασμένη για τη συντήρηση ορισμένων φαγώσιμων, όπως τυριού, ελιών κλπ. Από τη βενετική λέξη salamora < μεσαιωνική λατινική salimuria (αλμυρό νερό) < λατινικά salt + muria.

Σίγγας, αβέβαιης ετυμολογίας, πιθανόν από την τουρκική λέξη sığ = ρηχός, αβαθής.

Σκουφής, παρατσούκλι. Προέρχεται από τη λέξη σκουφί, την εφαρμοστή κουκούλα στο κεφάλι που προστατεύει από το κρύο ή φοριέται για αισθητικούς λόγους. Από τη μεσαιωνική ελληνική σκούφια/σκουφία < ιταλική scuffia < cuffia < λατινική cofia/cofea/cuffa/cuphia < φράγκικα kuf(f)ja.

Σμυρνιός, εθνικό, ο κάτοικος της Σμύρνης ή ο καταγόμενος από τη Σμύρνη, σήμερα πόλη στα παράλια της Τουρκίας με μεγάλο ελληνικό πληθυσμό πριν το 1922.  

Σπυρόπουλος, πατρωνυμικό, από το βαφτιστικό όνομα Σπύρος (σύντμηση του Σπυρίδων) και την κατάληξη –πουλος που δηλώνει τον γιο ή τον απόγονο.

Στάικος, πατρωνυμικό. Είναι ο εκσλαβισμένος τύπος του ονόματος Στέφανος (Στάιος - Στάγκος – Στάικος)[48]Συναντάται κυρίως στην Πελοπόννησο, στη Θεσσαλία και στη Φθιώτιδα.

Σταματόπουλος, πατρωνυμικό, από το βαφτιστικό όνομα Σταμάτης και την κατάληξη –πουλος που δηλώνει τον γιο ή τον απόγονο. Το κύριο όνομα Σταμάτιος > Σταμάτης προέρχεται από το ρήμα σταματώ (βάζω τέλος σε μια σειρά) και είναι ευχετικό, από την προστακτική: «Σταμάτα, γυναίκα, να γεννάς κορίτσια» ή «Σταμάτα, θάνατε, να παίρνεις τα παιδιά»[49].

Σταμούλης, πατρωνυμικό, υποκοριστικό του ονόματος Σταμάτης (βλ. την ετυμολογία στο προηγούμενο).

Σταφυλάς, επαγγελματικό, αυτός που ασχολείται με τη φροντίδα των σταφυλιών, ο αμπελουργός.

Στρατογιάννης, σύνθετο πατρωνυμικό, από τα βαφτιστικά ονόματα Στράτος + Γιάννης, δηλαδή ο Γιάννης του Στράτου. Μικρή πιθανότητα το πρώτο συνθετικό να είναι από τη λέξη στράτα, ο δρόμος ή η πορεία που ακολουθεί κάποιος.

Σύρρος, απαντάται και ως Σύρος, πατρωνυμικό ή παρωνύμιο. Στην Ήπειρο υπάρχει το βαφτιστικό όνομα Σύρος που φυσικά καμιά ταύτιση δεν έχει με την ομόηχη χώρα Συρία. Απίθανο να την είχαν ακούσει ποτέ τους οι άνθρωποι στην άγονη αυτή περιφέρεια και στη γειτονική ορεινή Θεσσαλία. Προφανώς το όνομα δημιουργήθηκε από το όνομα Σίνος (Αναστάσιος > Στασινός > Σίνος, εξ ου και Σίνας, ο μέγας ευεργέτης) με  τροπή του n > r και προσαρμογή της ορθογραφίας, Σίνος > Σύρος. Κατά μια άλλη εκδοχή προέρχεται από την (παλαιο)σλαβική λέξη sirъ, που σημαίνει τον ορφανό[50]. Στις περιοχές του Τυρνάβου και της Ελασσόνας αναφέρεται και ως βαφτιστικό όνομα (Σύρος και Σύρω). Μικρότερη πιθανότητα να είναι εθνικό και να δηλώνει τον κάτοικο ή τον προερχόμενο από το κυκλαδίτικο νησί Σύρο.

Τζαμαλής, επώνυμο με πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους ερμηνείες. Συγκεκριμένα: α) Ως επικρατέστερη, παρωνύμιο από τη λέξη τζαμάλι = ο μεταμφιεσμένος της Αποκριάς που φέρει ειδική αμφίεση. Τα λεγόμενα τζαμάλια στη Λαογραφία φέρουν συνήθως ποιμενική περιβολή και έχουν μεγάλα ποιμενικά κουδούνια που τα χτυπούν θορυβωδώς. Στη Φωκίδα υπάρχει ως επίθετο και ως παρατσούκλι και σημαίνει κουδωνάτος[51]. β) Ο τόνος στη λήγουσα μας οδηγεί στο τούρκικο βαφτιστικό όνομα Τζαμαλί (Τζεμιλέ στο θηλυκό), από τη λέξη camil = ομορφιά. γ) Παρατσούκλι (παρωνύμιο) από τη λέξη δαμάλι = νεαρό βόδι, ταύρος, από το αρχαίο ελληνικό ρήμα δάμνημι = δαμάζω. Η λέξη δαμάλα σε κάποια λεξικά υπάρχει και ως τζαμάλα. Μεταφορικά η λέξη δηλώνει τον δυνατό[52]. δ) Υπάρχει και το επίθετο Τσαμαλής που πολύ εύκολα το τα μετατρέπεται σε τζ, από τις τούρκικες λέξεις çam = πεύκο και çamlık = πευκόφυτος[53]. ε) Δεν πρέπει, επίσης, να αποκλείσουμε την περίπτωση να είναι εθνικό, να σημαίνει δηλαδή αυτόν που κατοικεί ή που κατάγεται από το Τζαμάλι ή Τζαμαλί. Με την ονομασία αυτή υπήρχε μέχρι το 1955 χωριό στην περιοχή Ορχομενού Βοιωτίας (σήμερα ονομάζεται Διόνυσος) που ιδρύθηκε τον 19ο αιώνα και κατοικείται από Σαρακατσάνους.

Τοπάλης, παρατσούκλι, από την τουρκική λέξη topal = κουτσός[54].

Τριώτης, παρατσούκλι, με δύο πιθανές ερμηνείες. Στο σαρακατσάνικο γλωσσικό ιδίωμα τριότα είναι η  προβατίνα που γέννησε τρεις χρονιές συνέχεια και είναι τεσσάρων χρονών[55]. Επίσης, τριότα ή τριώτα ή τριάρα είναι ένα παιδικό παιχνίδι, όπου κερδίζει όποιος καταλάβει τρία διαδοχικά σημεία πάνω σε ένα ζωγραφισμένο ειδικό σχήμα[56].

Τσάκος, επώνυμο με πολλές ερμηνείες: α) Τσάκος είναι παραφθορά στην Ήπειρο του ονόματος Ισαάκ[57] ή του Χρήστος < βλάχικο Tsaca. β) Από το τσάκω = προστακτική του τσακώνω. Υπάρχουν πολλά επίθετα που σχηματίζονται από προστακτικές ρημάτων, όπως Τσίμπας, Τσαλαβούτας, Σάλτας, Σφύρας, Φεύγας, Φέγγας κ.α. γ) Έχει καταγραφεί και ως τύπος του τσάκαλος < τσακάλι < τουρκ. Çakal, με μεταφορική σημασία ως χαρακτηρισμός ανθρώπου έξυπνου και καπάτσου[58]. δ) Τσακί, τσακάς ή τσιάκος είναι ο σουγιάς σύμφωνα με τον Δ. Λιθοξόου[59].

Τσαντής, πατρωνυμικό ή μητρωνυμικό, που στην Ήπειρο προέρχεται από τα βαφτιστικά όνοματα Αλέξανδρος και Αλεξάνδρα > Αλέξαντρος > Ξάντρος > Τσάντος > Τσαντής[60], ενώ στη Μακεδονία από το Κωνσταντίνος > Κων(σταντής) > Τσαντής[61].

Τσαπατώρης, παρατσούκλι. Ο φτωχός, παρακατιανός Σαρακατσιάνος, κατ΄επέκταση αυτός που δεν έχει καλή σειρά.

Τσιλιγιάννης, σύνθετο όνομα με διαφορετικές ερμηνείες ως προς το πρώτο συνθετικό. Μπορεί να είναι παρατσούκλι από τη λέξη τσίλι (τούρκικα cilli = αυτός που έχει φακίδες < αντιδάνειο από την αρχαιοελληνική λέξη κηλίς, γεν. της κηλίδος). Η βιβλιογραφία αναφέρει τα επίθετα Τσιλογιάννης και Τσιλιγιάννης από τη λέξη τσιλός = ψιλός, λεπτός. Επίσης, Τσίλης ή Τσίλος ή Τσίλας είναι υποκοριστικό του ονόματος Βασίλης σε βλαχόφωνους πληθυσμούς.

Τσιμινός, αβέβαιης ετυμολογίας. Το επίθετο απαντάται στην Κέρκυρα και, πιθανόν λόγω βενετοκρατίας, να έχει σχέση με το ιταλικό όνομα Cimino, το οποίο προέρχεται από την πόλη της Λομβαρδίας Como που αποτελεί συντόμευση του επίσης ονόματος Giakomo.

Τσιουρής, παρατσούκλι αμφιβόλου προέλευσης. Ομόρριζα είναι τα Τσούρης-Τσούρος-Τσούρας με τόνο στη παραλήγουσα ή στη λήγουσα. Η λέξη κύριος, παράλληλα προς τα κυρ, κύρης, κυρίτσης, δίνει και τα τσυρ΄ς, τσύρης και τσούρης. Το τελευταίο χρησιμοποιείται στην Ήπειρο με τη σημασία του αφέντη. Τσούρηδες λέγονται ειρωνικά οι Γιαννιώτες από τους Ζαγοριανούς. Τσουρής (ο) είναι τοπωνύμιο στους Φιλιάτες Ηπείρου. Τσούρρε (πληθ. τσούρρατε) στα αρβανίτικα είναι ένα είδος θαλασσίου πουλιού που σύμφωνα με τον Χριστοφορίδη εξηγεί ένα πλήθος επωνύμων (Τσούρας, Τσούρης, Τσιούρος, Τσουρέλης κλπ.)[62]. Τσούρα (τουρκικά cura) είναι ο λαιμός, ο φάρυγγας. Αυτές οι τέσσερις ερμηνείες είναι αρκετές και πειστικές για να ετυμολογήσουμε το επώνυμο που συναντάται κυρίως σε περιοχές της Ηπείρου και της Αιτωλοακαρνανίας. Το επίθετο συναντάται όμως και σε άλλες περιοχές. Ο Τριανταφυλλίδης θεωρεί ομόρριζα τα Τσουρής και Σουρής, από το ρήμα τσουρώ = γλυστρώ στην Κρήτη. Το Αρχείο του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών έχει αποδελτιώσει τις σημασίες: τσούρα = γίδα (Κύπρο), τσούρος = τράγος (Κύπρο), τσουρί = είδος γερακιού (Χίος), ξεφτέρι, κιρκινέζι (Κοζάνη), τσούρα = βρύση, τσούρα = μεγάλη φωτιά (Κοζάνη), τσουράς = μικρός σουγιάς (Κρήτη)[63]. Τέλος, στην περιοχή της Κοζάνης τσούρα είναι ονομασία που δίνεται για το ανδρικό γεννητικό όργανο.

Τσιτσέλης, επώνυμο ιταλικής προέλευσης, απαντάται στη γειτονική χώρα ως Cicchelli και προήλθε από το χαϊδευτικό  Cicco, το οποίο βρίσκεται στη νότια Ιταλία και την περιοχή της Βενετίας ως μορφή του ονόματος Francesco[64]. Ο Ηλίας Α. Τσιτσέλης, σπουδαίος ιστοριοδίφης της Κεφαλονιάς και συγγραφέας του εξαιρετικού  έργου «Κεφαλληνιακά Σύμμικτα», γεννήθηκε στην Παλλική Κεφαλονιάς, το 1850 και ήταν γόνος  οικογένειας πλουσίων και ευγενών, Ιταλικής καταγωγής,  η οποία μετανάστευσε τον μεσαίωνα στην Πελοπόννησο και αργότερα στην Κεφαλονιά. Στη Μακρυνεία (Λιθοβούνι) απαντάται και το επώνυμο Τσιντζέλης που κανείς δεν εγγυάται τη διαφορά του με αυτό που εξετάζουμε, καθώς ήταν πολύ συχνό η αλλοίωση ή η παραφθορά των επωνύμων από τους γραμματικούς ή τους υπαλλήλους των δημοτολογίων. Κατά μία άλλη εκδοχή είναι παρωνύμιο και προέρχεται από το βυζαντινό παρωνύμιο Τσέτσης < λατινικό caecus = τυφλός και την παραγωγική κατάληξη –έλης.

Τσιχουρίδης, η κατάληξη –ίδης δηλώνει τον γιο ή τον απόγονο και χαρακτηρίζει κυρίως ποντιακά αλλά και θρακιώτικα και μικρασιάτικα επώνυμα. Πιθανόν είναι εθνικό και φανερώνει καταγωγή μιας και με το όνομα Τσιχούρ ή Τσουχούρ αναφέρονται δύο τοπωνύμια της Μ. Ασίας, το ένα στη Σαμψούντα και το άλλο στα Φάρασα της Καππαδοκίας. Η προέλευση είναι από την τουρκική λέξη Çükur = λάκκος. Οι Τσουχουρλούδες, μάλιστα, της Καππαδοκίας, ονόμασαν το χωριό του εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Κοζάνης, Βαθύλακκο για να τους θυμίζει την ονομασία του τόπου που άφησαν. 

Τσόγκας, πιθανόν πατρωνυμικό, στα βλάχικα είναι ο Γιάννης. Ο Τριανταφυλλίδης το ερμηνεύει από το τούρκικο çoğ = κλεφτης[65].

Τσοπανάς, επαγγελματικό, από την τουρκική λέξη çoban = βοσκός.

Τσουκαλάς, επαγγελματικό, από το ουσιαστικό τσουκάλι και αυτό από την ιταλική λέξη zucca = πήλινη χύτρα. Τσουκάλης ή Τσουκαλάς = ο κατασκευαστής ή πωλητής τσουκαλιών. Το επώνυμο μεταφορικώς δηλώνει και τον πολύ μελαχρινό άνθρωπο (μαυροτσούκαλο), οπότε είναι παρωνύμιο.

Τσούμος, παρατσούκλι, πιθανόν να προέρχεται από τη βλάχικη λέξη τσ(ι)ούμα (ciuma) = κεφάλι ή κορυφή ή τούφα μαλλιών. Την ίδια σημασία έχει και στα αρβανίτικα, çumë = κορυφή, ενώ υπάρχει και η λέξη çume που ο Τριανταφυλλίδης πιθανολογεί ότι σημαίνει υδροδοχείο. 

Τσώλης, ως επίθετο συναντάται και σε άλλες μορφές, όπως Τσιώλης ή Τσ(ι)όλης. Το πιθανότερο να είναι επαγγελματικό, αυτός που κατασκευάζει ή εμπορεύεται τσόλια, τις ευτελείς κουβέρτες ή σκεπάσματα (τουρκική λέξη çul = φτηνό φόρμα ή ύφασμα). Τσόλης, στην Ήπειρο, είναι παραφθορά του βαφτιστικού ονόματος Απόστολος>Αποστόλης>Στόλης>Τσόλης.

Φανός, επώνυμο που προέρχεται από την Κεφαλονιά. α) πατρωνυμικό: Φάνος, Φανιός, Φανός είναι παραφθορές του βαφτιστικού ονόματος Θεοφάνης. Ετυμολογικά από τις λέξεις Θεός + φαίνομαι (η φανέρωση του Θεού)[66]. β) παρωνύμιο από τη λέξη φανός = δίσκος με τρύπα στη μέση όπου μπαίνει το φιτίλι < αρχ. φανός .

Φιλίππου, πατρωνυμικό σε γενική πτώση του βαφτιστικού Φίλιππος (αρχαία ελληνικό φίλος + ίππος) που δηλώνει τον γιο ή τον απόγονο.

Φουσέκης, παρατσούκλι, από τη λέξη φυσέκι ή φουσέκι (το σύνολο βλήματος και κάλυκα) < τουρκ. fişek < αντιδάνειο από το μεσαιωνικό ελληνικό φυσίγγιον < αρχαίο ελληνικό φῦσιγξ.

Φρικασές, παρατσούκλι, από τη λέξη φρικασέ (γαλλικά Fricassee) που χαρακτηρίζει μια συγκεκριμένη μαγειρική παρασκευή.

Χαβαλίνας, αβέβαιης ετυμολογίας. Πιθανές ερμηνείες: α) χωρίς την κατάληξη, το θέμα έχει σχέση με τη λέξη χαβαλές (τουρκική havale) που στην κυριολεξία σημαίνει τη μεταφορά, το φόρτωμα, το ενοχλητικό βάρος, το σαμάρι, το φορτίο πάνω στο κατάστρωμα (ως ναυτικός όρος) και ως μεταφορά την όχι ενδιαφέρουσα συζήτηση που κρατά σε μάκρος. β) από τη λέξη καβαλίνα με μετατροπή του κ σε χ για λόγους ευφωνίας και κομψότητας, κάτι που συνηθίζεται στα επίθετα. Καβαλίνα είναι η κοπριά μεγαλόσωμων τετράποδων ζώων, κυρίως ιπποειδών, ιταλικά caballina < από τη λατινική λέξη caballinus = αλογίσιος. γ) η λέξη συναντάται και σε άλλες γλώσσες της Ευρώπης, ως xavalina (γαλικιανά), xabalina (βασκικά), jabalina (ισπανικά), javelina (καταλανικά και πορτογαλικά), javelin (αγγλικά) javelot (γαλλικά) και όλες έχουν την ίδια σημασία: το ακόντιο. Προφανώς και η τελευταία ερμηνεία δεν έχει πολλές πιθανότητες, λόγω μη επιρροών της περιοχής με λατινογενείς γλώσσες.

Χειλάκης, παρατσούκλι, από το επίθετο Χειλάς (< χείλος, πληθυντικός χείλη < αρχαία ελληνικά χεῖλος) και την κατάληξη –άκης που δηλώνει τον γιο ή τον απόγονο. Χειλάς είναι αυτός που έχει μεγάλα χείλη ή αυτός που «κατεβάζει τα χείλη» καθώς θυμώνει, δηλαδή ο δύστροπος.

Χρας, παρατσούκλι. Το αμπλιανίτικο επώνυμο Χρας προέρχεται, πιθανώς, από την τουρκική λέξη kara = μαύρος, μελαμψός, με τροπή του κ σε χ και αποβολή του άτονου α, επειδή βρίσκεται σε περιβάλλον υγρού συμφώνου μαζί με άλλο α[67].

Χριστοδούλου, πατρωνυμικό σε πτώση γενική του βαφτιστικού ονόματος Χριστόδουλος (Χριστός + δούλος, ο αφοσιωμένος στον Χριστό).

Χριστόπουλος, πατρωνυμικό, από το κύριο όνομα Χρήστος και την κατάληξη –πουλος που δηλώνει τον γιο ή τον απόγονο. Στο όνομα Χριστόπουλος προτιμάται η γραφή του Χρίστου με ι (γιώτα) και όχι με η (ήτα).

 

ΚΑΤΗΓΟΡΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΕΠΩΜΥΜΩΝ

 

Από τη μελέτη των πληροφοριών που συλλέξαμε χωρίσαμε τα 153 οικογενειακά ονόματα στις παρακάτω κατηγορίες[68]:

α) Πατρωνυμικά (60 επώνυμα, σε ποσοστό 39%), τα οποία τα συναντάμε σε διάφορες μορφές:

-          σε πτώση ονομαστική (Αγγελής, Αλεξανδρής, Γεδεών, Γκίκας, Διαμάντης, Διαμαντής, Ζήκας, Ίβρος, Κυριαζής, Πανταζής, Πολύζος, Πύργας, Στάικος, Σύρρος, Τσάκος, Τσαντής, Τσόγκας, Τσώλης, Φανός)

-          σε πτώση γενική (Ανδρέου, Βασιλείου, Ελευθερίου, Λάμπρου, Παύλου, Φιλίππου, Χριστοδούλου)

-   με διάφορες καταλήξεις (Αγγελακόπουλος, Βερναρδάκης, Γασπαράκης, Γεωργακόπουλος,  Γεωργόπουλος, Γιαννακάκης, Γιανετόπουλος, Γιαννέλος, Δημητρακάκης, Δημόπουλος,  Κυριακόπουλος, Λαμπρόπουλος, Μητσόπουλος, Νιάκολας, Παπαδάκης, Σιαδήμας, Σπυρόπουλος, Σταματόπουλος, Σταμούλης, Τσιτσέλης, Χριστόπουλος)

-          ως συνθετικό σε σύνθετα ονόματα (Καραμπέτσος, Καρανίκας, Καραπάνος, Κουτσοσπύρος, Κουφογιώργος, Μακρυκώστας, Μαστροδήμος, Μαστροκώστας, Παπαδημητρίου, Στρατογιάννης, Τσιλιγιάννης)

-           

β) Επαγγελματικά (18 επώνυμα, σε ποσοστό 12%): Βακάλογλου, Δασκαλάκης, Καζανάς, Καρναχωρίτης, Κούγιας, Μαστροδήμος, Μαστροκώστας, Μυλωνάς, Οικονόμου, Παμουκτσής,  Παπαδημητρίου, Παπαδόπουλος, Παππάς, Πελέκης, Σιαβελής, Σταφυλάς, Τσοπανάς, Τσουκαλάς)

γ) Εθνικά (11 επώνυμα, σε ποσοστό 7%): Βούλγαρης, Καλαβρουζιώτης, Καρναχωρίτης, Κλουτσινιώτης, Λατζούνης, Λουμάκος, Μωραΐτης, Πολίτης, Πυλαρινός, Σμυρνιός, Τσιχουρίδης)

δ) Παρατσούκλια (80 επώνυμα, σε ποσοστό 52%)

-            που δηλώνουν συμπεριφορά, χαρακτήρα και διάφορες ανθρώπινες ιδιότητες (Βγούρδος, Δεληασλανίδης, Ζέρβας, Καλλιακμάνης, Καλπουζάνης, Κατσαγάνης, Κουιτώρος, Κουκουνής, Κουφογιώργος,  Κυρίτσης, Μαϊκαντής, Μαϊκοντής, Μπαζώνης, Μπανιάς, Μπαντής, Μπίνης, Ντόβας, Πισιμίσης,  Σαλάπας, Σάπιος, Σγούρδος, Σίγγας, Σύρος, Τσάκος, Τσαπατώρης, Τσιουρής, Τσόγκας)

-            που δηλώνουν μέρη του σώματος ή χαρακτηριστικά της εμφάνισης (Καραμπέτσος, Καρανίκας, Καραπάνος, Καρναχωρίτης, Κόκαλης, Κουζέλης, Κουτσάς, Κουτσοσπύρος, Μακρυκώστας, Μπούτας, Τοπάλης, Τσιλιγιάννης, Τσιτσέλης, Τσούμος, Χειλάκης, Χρας)

-            που δηλώνουν ζώα (Κουνέλης, Λιάρος, Μαλιάκας, Σιαλάκας, Τριώτης)

-            που δηλώνουν φυτά (Γαλατσίδας, Κλάδης, Κουχιάς, Κράνης, Ματζάνας, Πιπεράκης)

-   που δηλώνουν αντικείμενα του καθημερινού βίου (Βασκαντήρας, Ζαλίκας, Καλλιακμάνης, Καρναβάς, Κουγιούφας, Κουρέτας, Λατζούνης, Μαντέλος, Μπαλάσκας, Παλαμαριάς, Πύργας, Σκουφής, Τζαμαλής, Τσούμος, Τσώλης, Φανός, Φουσέκης)

-            που δηλώνουν χρώμα (Γρίβας, Λαγάκης, Λιάρος, Ρούσης, Ρουσιάς, Σαρρής)

-            που δηλώνουν εδέσματα (Μυζήθρας, Μπουρανάς, Σιαλαμούρας, Φρικασές   

ε) Σύνθετα ονόματα (11 επώνυμα, σε ποσοστό 7%): Καραμπέτσος, Καρανίκας, Καραπάνος, Κουτσοσπύρος, Κουφογιώργος, Μακρυκώστας, Μαστροδήμος, Μαστροκώστας, Παπαδημητρίου, Στρατογιάννης, Τσιλιγιάννης)

στ) Ξενικά (5 επώνυμα): (Κουριδάκης, Μιντράι, Τσιμινός, Τσιτσέλης, Mc Farlane)


[1] Θεόδωρος Σερεμετάκης, Μαρία Δημητρίου, Τα νεοελληνικά κύρια ονόματα, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2003, σελ. 18

[2] Θεόδωρος Σερεμετάκης, Μαρία Δημητρίου, ό.π., σελ. 36

[3] Πέτρου Α. Αλεξιάδη, Ετυμολογικό λεξικό κυρίων ονομάτων, Θεσσαλονίκη 2000, σελ. 91

[4] https://el.wiktionary.org/wiki/

[5] https://www.kythiraika.gr/giati-to-leme-etsi-6/

[6] http://greeksurnames.blogspot.com/2010/09/blog-post_4010.html

[7] https://www.onomatologio.gr/

[8] Κωνσταντίνου Ιωαν. Τρυφερούλη, Ετυμολογική ακτινογραφία των ονομάτων των Ελλήνων Προέδρων, Πρωθυπουργών, Βουλευτών και Ευρωβουλευτών (1974-1995), εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1995, σελ. 131

[9] Κωνσταντίνου Ιωαν. Τρυφερούλη, ό.π., σελ. 80-81

[10] Κωνσταντίνου Ιωαν. Τρυφερούλη, ό.π., σελ. 137

[11] Κωνσταντίνου Ιωαν. Τρυφερούλη, ό.π., σελ. 140

[12] https://www.odosarkadias.gr/i-chamalika-ke-i-zalika/

[13] Οικονόμου Κων., Τοπωνυμικό Ζαγορίου, σελ. 510

[14] https://www.vlahoi.net/vlahoi-kai-ellinismos/aspropotamites-1821

[15] Πέτρου Α. Αλεξιάδη, ό.π., σελ. 123 και 185

[16] Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμος 67ος, Βατσουνιά, (επιμέλεια Levent Kayapinar, Κώστα Σπανού), σελ. 113-128

[17] http://kalavrouza.blogspot.com/2012/01/blog-post_4295.html

[18] Βάσος Η. Βογιατζόγλου, Επώνυμα της Μικρασίας, Τουρκικά και Τουρκογενή επώνυμα στην Ελλάδα, εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1992, σελ. 89

[19] Κωνσταντίνου Ιωαν. Τρυφερούλη, ό.π., σελ. 155-156

[20] Πέτρου Α. Αλεξιάδη, ό.π., σελ. 179 και 183

[21] Εμμανουήλ Κριαρά, Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669)

[22] Αθανάσιος Β. Βερτσέτης, Το Διαβολίτσι, τόμος Β΄, Αθήνα 2010, σελ. 129

[23] Παναγιώτης Χ. Δομπαράκης, Οικογενειακά Ονόματα Δυτικής Κορινθίας, σελ. 242

[24] Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Τα οικογενειακά μας ονόματα, εκδ. ΑΠΘ Ινστιτούτο Νεοελληνικών σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 79

[25] Τούρκικες λέξεις στο φαρασιώτικο ιδίωμα, σελ. 55

[26] Βάσος Η. Βογιατζόγλου, ό.π., σελ. 71 και http://www.lithoksou.net/p/lekseis-tis-romaiikis-dimotikis-glossas-poy-arxizoyn-apo-mpoyrde-mpoxl 

[27] Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ό.π., σελ. 55

[28] Κωνσταντίνου Ιωαν. Τρυφερούλη, ό.π., σελ. 319

[29] Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ό.π., σελ. 47

[30] Πέτρου Α. Αλεξιάδη, ό.π., σελ. 155

[31] http://politistikossyllogospapoylaionmess.blogspot.com/2018/12/blog-post.html

[32] Γιώργος Ζαροδήμος, Τεστιάνικα Επώνυμα, Αθήνα 2020, σελ. 8

[33] Στρατής Μυριβήλης, Η Ζωή εν Τάφω, β΄απόσπασμα (Ζάβαλη μάικω)

[34] Γιώργος Ζαροδήμος, Τοπωνύμια Άμπλιανης Ευρυτανίας, σελ. 30

[35] Βάσος Η. Βογιατζόγλου, ό.π., σελ. 127

[36] Βάσος Η. Βογιατζόγλου, ό.π., σελ. 138

[37] Κωνσταντίνου Ιωαν. Τρυφερούλη, ό.π., σελ. 210-211

[38] Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ό.π., σελ. 135

[39] Βάσος Η. Βογιατζόγλου, ό.π., σελ. 138

[40] Λεξικό αμερικανικών οικογενειακών ονομάτων © 2013, Oxford University Press

[41] Πέτρου Α. Αλεξιάδη, ό.π., σελ. 200

[42] Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ό.π., σελ. 188 και Πέτρου Α. Αλεξιάδη, ό.π., σελ. 210

[43] Πέτρου Α. Αλεξιάδη, ό.π., σελ. 214

[44] Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ό.π., σελ. 64

[45] Γιώργος Ζαροδήμος, Τεστιάνικα Επώνυμα, Αθήνα 2020, σελ. 3

[46] Βασιλείου «Το Αρβανιτοβλάχικο (Καραγκούνικο) Γλωσσικό Ιδίωμα της Ακαρνανίας», Εκδόσεις Ηρόδοτος, Αθήνα 2015, σ. 96, όπου αναλυτικά εκτίθεται ότι το πρόθημα tsa(l)- προκύπτει από τη βλάχικη δεικτική αντωνυμία atsa (= αυτή), στην οποία αποβάλλεται το αρχικό a και προσκολλάται το οριστικό άρθρο au (ή al), που σημαίνει του, το οποίο τελικά απορροφάται, αποτελώντας μία φωνολογική λέξη.

[47] Γιώργος Ζαροδήμος, Δομνιστιάνικα Επώνυμα, Αθήνα 2020, σελ. 10

[48] Πέτρου Α. Αλεξιάδη, ό.π., σελ. 228

[49] Θεόδωρος Σερεμετάκης, Μαρία Δημητρίου, ό.π., σελ. 222

[50] Οικονόμου Κων., «Τα Οικωνύμια του Νομού Ιωαννίνων. Γλωσσολογική Εξέταση», Β’ Έκδοση, Εκδόσεις Εφύρα, Ιωάννινα 2006, σελ. 270-271

[51] Αθανάσιος Β. Βερτσέτης, ό.π., σελ. 72

[52] Αθανάσιος Β. Βερτσέτης, ό.π., σελ. 71

[53] Βάσος Η. Βογιατζόγλου, ό.π., σελ. 171

[54] Βάσος Η. Βογιατζόγλου, ό.π., σελ. 168

[55] http://sarakatsanoi.blogspot.gr/

[56] Ακακία Κορδόση, Μιλήστε Μεσολογγίτικα, Μεσολόγγι 1998, σελ. 113

[57] Πέτρου Α. Αλεξιάδη, ό.π., σελ. 238

[58] Ποπωβίδου Μιλένα, Σημασιολογική εξέλιξη των τουρκικών λεξιλογικών δανείων στη νέα ελληνική, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2017, σελ. 81

[59] http://www.lithoksou.net/p/lekseis-tis-romaiikis-dimotikis-glossas-poy-arxizoyn-apo-mpg-mpi

[60] Πέτρου Α. Αλεξιάδη, ό.π., σελ. 193 και 238 και Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ό.π., σελ. 13

[61] Νικόλαος Ταχινοσλής, Μορφές του Κωνσταντίνος (19ος αιώνας-1913), Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 90

[62] Κ. Χριστοφορίδης, Αλβανικό Λεξικό, 1904, σελ. 452

[63] Κωνσταντίνου Ιωαν. Τρυφερούλη, ό.π., σελ. 392-393

[64] https://www.houseofnames.com/cicchelli-family-crest

[65] Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ό.π., σελ. 75

[66] https://www.onomatologio.gr

[67] Γιώργος Ζαροδήμος, Τοπωνύμια Άμπλιανης Ευρυτανίας, σελ. 10

[68] Λαμβάνονται υπόψη όλες τις πιθανές ερμηνείες προέλευσης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου